Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Ημερομηνία εορτής: 02/07/2013Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Τύπος εορτής: Σταθερή.
Εορτάζει στις 2 Ιουλίου εκάστου έτους.
Άγιοι που εορτάζουν: Αγιος Ιωαννης Μαξιμοβιτς (1896 - 1966)



                     






Βιογραφία
Ο Άγιος Ιωάννης γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου του 1896 μ.Χ. στο χωριό Αντάμοβκα της επαρχίας Χαρκώβ της Νότιας Ρωσίας και το βαπτιστικό του όνομα ήταν Μιχαήλ. Ήταν απόγονος της αριστοκρατικής οικογένειας Μαξίμοβιτς που ένα μέλος της ανακηρύχτηκε Άγιος το 1916 μ.Χ. και είναι ο ιεράρχης Ιωάννης Μαξίμοβιτς Μητροπολίτης Τομπόλσκ, το λείψανό του οποίου παραμένει άφθαρτο μέχρι σήμερα στο Τομπόλσκ (βλέπε 10 Ιουνίου). Οι γονείς του ονομάζονταν Μπόρις και Γλαφύρα.

Κατά την παιδική του ηλικία ο Μιχαήλ ήταν φιλάσθενος και έτρωγε λίγο. Ήταν ήσυχο παιδί, πολύ ευγενικό και είχε βαθειά θρησκευτικότητα. Όταν έπαιζε, έντυνε τα στρατιωτάκια του μοναχούς, μάζευε εικόνες, θρησκευτικά βιβλία και του άρεσε να διαβάζει βίους Αγίων. Τα βράδια στεκόταν όρθιος για πολλή ώρα προσευχόμενος. Επειδή ήταν ο μεγαλύτερος από τα 5 αδέλφια του και γνώριζε καλά τους βίους των Αγίων, έγινε και ο πρώτος δάσκαλος τους στην πίστη. Ήταν πολύ αυστηρός με τον εαυτό του στην εφαρμογή των εκκλησιαστικών και εθνικών παραδόσεων. Μάλιστα, τόσο πολύ εντυπωσίασε με την χριστιανική του ζωή την παιδαγωγό του που ήταν Γαλλίδα και καθολική που βαπτίστηκε Ορθόδοξη.

Σε ηλικία 11 ετών οι γονείς του Μιχαήλ τον έστειλαν στην Στρατιωτική σχολή της Πολτάβα. Εκεί συνάντησε τον Επίσκοπο της Πολτάβα Θεοφάνη, έναν πολύ αγαπητό ιεράρχη, που επηρέασε πολύ τον Μιχαήλ. Σε μια στρατιωτική παρέλαση ενώ περνούσαν από τον Καθεδρικό Ναό ο μικρός Μιχαήλ (ήταν τότε 13 ετών) έκανε τον σταυρό του. Οι συμμαθητές του γέλασαν και τον κορόιδεψαν, ενώ οι καθηγητές του θέλησαν να τον τιμωρήσουν. Ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος όμως, που ήταν προστάτης της Σχολής, είπε να μην τιμωρηθεί ο δόκιμος Μιχαήλ γιατί με την πράξη του αυτή δηλώνει βαθειά και υγιή θρησκευτικά αισθήματα.

Το 1914 μ.Χ. αποφοίτησε από την Στρατιωτική σχολή και παρόλο που ο ίδιος ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή του Κιέβου, έκανε υπακοή στους γονείς του που ήθελαν να γίνει δικηγόρος και γράφτηκε στην Νομική σχολή.

Το 1921 μ.Χ. και αφού ξέσπασε στη Ρωσία εμφύλιος πόλεμος, φεύγει μαζί με την οικογένεια του και εγκαθιστάτε στην Γιουγκοσλαβία. Εκεί γράφετε στην Θεολογική σχολή του Βελιγραδίου ενώ παράλληλα πουλούσε εφημερίδες για να τα βγάζει πέρα.

Το 1924 μ.Χ. χειροτονήθηκε αναγνώστης στην Ρωσική Εκκλησία του Βελιγραδίου από τον Επίσκοπο Αντώνιο και το 1926 μ.Χ. χειροτονήθηκε διάκος και εκάρη μοναχός με τ' όνομα Ιωάννης στο Μοναστήρι του Μίλκοβ.

Λίγο χρόνια μετά, διορίστηκε στην Ιερατική σχολή στην πόλη Βιτόλ της Σερβίας και το 1934 μ.Χ. εκλέγετε Επίσκοπος Σαγκάης, παρόλο που ο ίδιος δεν ήθελε γιατί είχε πρόβλημα στην ομιλία του.

Όταν στις 21 Νοεμβρίου το 1934 μ.Χ. φτάνει στην Σαγκάη βρίσκει μονάχα μια μισοκτισμένη Εκκλησία και το ποίμνιο του διχασμένο από εθνικές έριδες. Αρχικά βοήθησε τους κατοίκους να ξεπεράσουν τα προβλήματα τους ώστε να ‘ρθει η ειρήνη και σιγά - σιγά οργάνωσε ορφανοτροφείο το οποίο αφιέρωσε στον Άγιο Τύχωνα του Ζαντόσκο που αγαπούσε τα παιδιά. Ξεκίνησε την προσπάθεια του με 8 παιδιά και στο τέλος κατάφερε να έχει 3.500.

Όταν ξέσπασε η Κομουνιστική Επανάσταση στην Σαγκάη, ο Άγιος Ιωάννης, πήρε τα παιδιά και τα μετέφερε στις Φιλιππίνες και από εκεί τα πήγε στην Αμερική και στην Αυστραλία.

Το 1951 μ.Χ. ο Άγιος Ιωάννης καταφεύγει στην Αμερική αλλά εκεί οι Επίσκοποι της Συνόδου αποφασίζουν να τον στέλνουν στην Επισκοπή του Παρισιού και των Βρυξελλών. Εκεί, εκτός των άλλων καθηκόντων του, ασχολήθηκε και με την συγγραφή των Βίων Αγίων που έζησαν πριν το Σχίσμα με αποτέλεσμα να γίνουν γνωστοί στην Ορθόδοξη Εκκλησία και να εορτάζονται ακόμα και σήμερα.

Στις 21 Νοεμβρίου του 1962 μ.Χ. επιστρέφει στην Αμερική και διορίζεται Επίσκοπος της Ρωσικής Εκκλησίας της διασποράς στο Σαν Φρανσίσκο.

Ο Άγιος Ιωάννης κοιμήθηκε στις 2 Ιουλίου του 1966 μ.Χ. Είχε πάει στο Σιάτλ μαζί με την θαυματουργική εικόνα της Παναγίας του Κούρση. Μόλις τελείωσε την Θεία Λειτουργία και αφού πέρασε 3 ώρες προσευχόμενος μέσα στο ιερό, πήγε στο δωμάτιο του να ξεκουραστεί. Κάθισε στην πολυθρόνα του και στις 4 παρά δέκα το απόγευμα κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο ήρεμα χωρίς πόνο. Ο Άγιος Ιωάννης προγνώριζε την ημέρα του θανάτου του και είχε προετοιμαστεί όπως οι μεγάλοι Άγιοι της Εκκλησίας μας. Γι' αυτό και εκείνη την ημέρα του θανάτου του έστειλε ένα γράμμα, στέλνοντας για τελευταία φορά την ευλογία του στις μοναχές της Λέσνα στην Γαλλία που τόσο πολύ τον είχαν βοηθήσει και εξυπηρετήσει. Σχεδόν 24 ώρες αργότερα το σώμα του έφθασε στον Καθεδρικό Ναό του Σαν Φρανσίσκο που ο ίδιος είχε ολοκληρώσει. Τον προϋπάντησαν οι κληρικοί και έγινε ολονύχτια αγρυπνία που κράτησε 4 ώρες.

Μετά το τελευταίο ασπασμό έγινε 3 φορές η λιτάνευση του Ιερού λειψάνου του γύρω από τον Ναό. Το φέρετρο το βάσταζαν ορφανά που ο Άγιος είχε σώσει και μεγαλώσει στην Σαγκάη. Ένας Ιεράρχης παρομοίασε την λιτάνευση του Αγίου με την λιτάνευση του Επιταφίου του Χριστού την Μεγάλη Παρασκευή. Ετάφη στις 7 Ιουλίου το απόγευμα σ' ένα μικρό υπόγειο παρεκκλήσιο κάτω από το Ιερό.

Το φθινόπωρο του 1993 μ.Χ. η Σύνοδος των Επισκόπων της Αμερικής με υπεύθυνο τον Αρχιεπίσκοπο Αντώνιο του Σαν Φρανσίσκο, άνοιξε τον τάφο του και βρήκαν το σώμα του άφθαρτο. Ένα χρόνο αργότερα, στις 2 Ιουλίου του 1994 μ.Χ. ανακηρύσσετε επίσημα Άγιος.

Επειδή ο Άγιος Ιωάννης ταξίδευε συχνά αεροπορικώς, θεωρείται προστάτης των ταξιδευόντων αεροπορικώς.

Ἀπολυτίκιον
Ήχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον.
Ιωάννη Μαξίμοβιτς, αγγελόμορφε, ιεραρχών θεοφόρων και διδασκάλων σοφών εκλαμψάντων άρτι σάπφειρε πολύτιμε, ως Ορθόδοξων ασκητών καλλονήν και ποταμόν αστείρευτον θαυμασίων, σε ανυμνούντες ευχάς σου θερμάς προς Κύριον αιτούμεθα.

Κοντάκιον
Ήχος πλ. δ'. Τη Υπερμάχω.
Τον ταπεινόν, απλούν, φιλόθεον, φιλάρετον, σεμνόν, μακρόθυμον, πραυν και ευμπάθητον, ευφημήσωμεν Ορθόδοξον ιεράρχην, Ιωάννην τον Μαξίμοβιτς, μελίσμασιν ως θαυμάτων φρέαρ όντως ακεσώδυνον, πόθω κράζοντες, Χαίροις, χάριτος σκήνωμα.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις, ιεράρχα νεοφανές, μάκαρ Ιωάννη, ταπεινώσεως κορυφή, χαίροις, ο ανύσας ουρανοδρόμον άρτι πορείαν και θαυμάτων κρήνη γενόμενος.




Αγιογραφίες / Φωτογραφίες
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός π. Jerome Sanderson
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός π. Jerome Sanderson

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός μοναχής Ιωάννας, 2006, Ιερά Μονή Αγίου Νεκταρίου Τρίκορφου Φωκίδος
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός μοναχής Ιωάννας, 2006, Ιερά Μονή Αγίου Νεκταρίου Τρίκορφου Φωκίδος

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός μοναχής Ιωάννας, 2005, Ιερά Μονή Αγίου Νεκταρίου Τρίκορφου Φωκίδος
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός μοναχής Ιωάννας, 2005, Ιερά Μονή Αγίου Νεκταρίου Τρίκορφου Φωκίδος

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός Vladimir Grigorenko
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός Vladimir Grigorenko

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός Aidan Hart
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός Aidan Hart

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός π. Jerome Sanderson
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός π. Jerome Sanderson

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός John Paul Cottingham
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός John Paul Cottingham

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός Raymond J. Mastroberte
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός Raymond J. Mastroberte

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός Victor Kazanin
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός Victor Kazanin

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός π. Theodore Jurewicz
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός π. Theodore Jurewicz

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός Νικόλα Φωτίου μεταξύ 1977 και 1978 μ.Χ.
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός Νικόλα Φωτίου μεταξύ 1977 και 1978 μ.Χ.

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός Anne Hutchinson
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός Anne Hutchinson

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός Ruth Duckworth
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός Ruth Duckworth

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός Vesna Golubovic
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός Vesna Golubovic

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός Vladirmir Krassovsky
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός Vladirmir Krassovsky

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Αίγινα
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Αίγινα

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Βοιωτία
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Βοιωτία

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός Petro Dzyuba
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός Petro Dzyuba

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός Μαρίας Ευαγγέλου
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός Μαρίας Ευαγγέλου

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός ιερομόναχου Andrei
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς - Δια χειρός ιερομόναχου Andrei

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς


Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

Ο Χριστός είναι ο Θεμέλιος Λίθος και ο Υιός του Θεού

Ο Χριστός είναι ο Θεμέλιος Λίθος και ο Υιός του Θεού
Η παραβολή των κακών γεωργών (Μθ. 21, 33-42)
 
του Μιχαήλ Χούλη
Θεολόγου
 
Ο Ιησούς είπε κάποτε στους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους του λαού την εξής παραβολή (ανάμεσα σε άλλες) μήπως και τους κάνει να ξυπνήσουν από τον πνευματικό λήθαργο και πιστέψουν ότι αυτός είναι ο Υιός του Θεού, ο Μεσσίας των προφητειών: «Ένας γαιοκτήμονας φύτεψε ένα αμπέλι, το περίφραξε, έσκαψε σ’ αυτό πατητήρι, έχτισε πύργο, το νοίκιασε σε γεωργούς και έφυγε για άλλον τόπο. Όταν πλησίαζε η εποχή της καρποφορίας, έστειλε τους δούλους του στους γεωργούς να πάρουν το μερίδιό του από τους καρπούς. Οι γεωργοί όμως έπιασαν τους δούλους του, κι άλλον τον έδειραν, άλλον τον σκότωσαν κι άλλον τον λιθοβόλησαν. Ξανάστειλε άλλους δούλους, περισσότερους από τους πρώτους και τους έκαναν τα ίδια. ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΝ τούς έστειλε ΤΟ ΓΙΟ ΤΟΥ με τη σκέψη: ‘Θα σεβαστούν το γιο μου’. Οι γεωργοί όμως, όταν είδαν τον γιο, είπαν μεταξύ τους: ‘Αυτός είναι Ο ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ. Εμπρός, ας τον σκοτώσουμε και ας αρπάξουμε την κληρονομιά του’. Έτσι, τον έπιασαν, τον έβγαλαν έξω από το αμπέλι και τον σκότωσαν. Όταν λοιπόν έρθει ο ιδιοκτήτης του αμπελιού, τι θα κάνει σ’ εκείνους τους γεωργούς;» «Είναι κακοί», του λένε. «Γι’ αυτό θα τους εξολοθρεύσει με το χειρότερο τρόπο και θα νοικιάσει το αμπέλι σ’ άλλους γεωργούς, που θα του δίνουν τους καρπούς στην εποχή τους». Τους λέει ο Ιησούς: «Ποτέ δε διαβάσατε στις Γραφές: ‘Ο λίθος που τον πέταξαν σαν άχρηστο οι οικοδόμοι, αυτός έγινε αγκωνάρι. Ο Κύριος το έκανε αυτό, και είναι αξιοθαύμαστο στα μάτια μας’»; «Όποιος πέσει πάνω σ’ αυτόν τον λίθο θα τσακιστεί. Και σε όποιον πάνω πέσει ο λίθος θα τον κομματιάσει. Γι’ αυτό σας βεβαιώνω πως ο Θεός θα σας αφαιρέσει το προνόμιο να είστε λαός της βασιλείας του, και θα το δώσει σ’ ένα λαό που θα παράγει τους καρπούς της βασιλείας». Οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι άκουσαν τις παραβολές Του και κατάλαβαν πως μιλάει γι’ αυτούς. Κι ενώ ήθελαν να τον πιάσουν, φοβήθηκαν τα πλήθη, γιατί τον πίστευαν για προφήτη (Μθ. 21,33-46/ Μκ. 12,1-12)/ Λουκ. 20,9-10). Η εν λόγω παραβολή διασώζεται και από τους τρεις συνοπτικούς ευαγγελιστές, αλλά ανευρίσκεται και στο γνωστικό ευαγγέλιο του Θωμά. Ένας γαιοκτήμονας (συγκεκριμένα ο Θεός, που είναι Δημιουργός και Κύριος), με ιδιαίτερη φροντίδα και ενδιαφέρον περιέβαλε τους ανθρώπους και προνόησε για τη σωτηρία τους (φύτεψε, περίφραξε, έσκαψε, έχτισε, νοίκιασε αμπελώνα) και σε πρώτη φάση άφησε τον Ισραήλ υπεύθυνο για την λειτουργική καθοδήγηση του κόσμου (Παλαιά Διαθήκη). Οι Ισραηλίτες όμως, οι θρησκευτικοί άρχοντες και Γραμματείς και διδάσκαλοι του λαού (οι κακοί γεωργοί), δεν απέδωσαν καρπούς, έδειξαν αγνωμοσύνη και αχαριστία και προφανώς σε κατάσταση μέθης ευρισκόμενοι (σύγχυσης και παραλογισμού, που φτάνει μέχρι το έγκλημα), έδειραν (τον Μιχαία), λιθοβόλησαν (τον Ιερεμία και τον Ζαχαρία) και σκότωσαν (τον Ησαΐα θανάτωσαν δια πριονισμού και τον Ιεζεκιήλ στη Βαβυλώνα) τους δούλους και υπηρέτες του αφέντη -πολλούς δηλαδή αγίους και δικαίους, αλλά και τους θεόπεμπτους προφήτες, που στάλθηκαν για να διδάξουν τους Ιουδαίους να τηρήσουν τις θείες εντολές= τους καλούς καρπούς των ανθρώπων. Και δεν έμειναν μόνο σ’ αυτά, αλλά σε λίγο, μεθυσμένοι από τη δική τους αλαζονεία, την έλλειψη αυτογνωσίας και τα πάθη, θα εξοντώσουν τον ίδιο το μονάκριβο γιο του ιδιοκτήτη (ήτοι τον Ιησού, τον Υιό και Λόγο του Θεού), για τον οποίο μάλιστα δηλώνεται ότι φονεύτηκε έξω από τον αμπελώνα, όπως ο Ιησούς κρεμάστηκε στο σταυρό έξω από την Ιερουσαλήμ. Η εξαιρετική αγάπη του ιδιοκτήτη (του Θεού) είναι εμφανής (πέραν της λογικής), αφού δεν φοβήθηκε να στείλει και θυσιάσει ούτε τον γιο του (τον Χριστό) για να σώσει τον αμπελώνα (το λαό των Ιουδαίων, αλλά και όλη την ανθρωπότητα). Αλλά εμφανής είναι και η ενότητα Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, αφού έναν Κύριο υπηρετούν, την Αγία Τριάδα. Γι’ αυτό και ο Θεός παραδίδει τον νέο αμπελώνα Του (την Εκκλησία) σε άλλα χέρια (που είναι οι απόστολοι, οι αρχιερείς και οι ποιμένες), που θα κάνουν άξιους καρπούς (πρόκειται για τους πιστούς όλων των αιώνων) για τη βασιλεία Του (ο σκοπός του Θεού είναι η λύτρωση σύμπαντος κόσμου). Πολύ εύστοχα μεταθέτει ο Ιησούς στη συνέχεια το βάρος της διήγησης -από τον ιδιοκτήτη, τους κακούς γεωργούς και τον αμπελώνα- στον ακρογωνιαίο λίθο όλης της οικοδομής, στο αγκωνάρι (θεμέλιο λίθο) που πέταξαν οι οικοδόμοι (οι Ιουδαίοι) νομίζοντας ότι είναι άχρηστο, και που δεν είναι άλλο παρά ο Θεάνθρωπος Κύριος (ο αρχηγός και η κεφαλή της Εκκλησίας), ο οποίος συνδέει (λέγει Ευθύμιος ο Ζιγαβηνός) ως ‘πέτρα-κεφαλή γωνίας’ δύο πλευρές της μιας οικοδομής (Ιουδαίους και εθνικούς) και ξανάδωσε πνοή ζωής και στερέωσε σωτηριολογικά την οικουμένη με την ενσάρκωσή Του, τα θαύματα, τη διδασκαλία του, το σταυρό και την ανάστασή Του. Πολύ ωραία επίσης εδώ ο Ιησούς αποκαλύπτει ότι ο ίδιος είναι ΥΙΟΣ και ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ του Πατρός, όχι ‘δούλος’ και ‘δημιούργημα’ του Θεού, όπως εσφαλμένα νομίζουν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά. Ακόμη, δεν είναι μόνο γιος του Θεού, αλλά αυτοαποκαλείται και ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ απεσταλμένος του Θεού προς τους ανθρώπους (και άρα η διδασκαλία του είναι μοναδική και τελεσίδικη), ώστε αναιρούνται και των Μουσουλμάνων οι ισχυρισμοί, πως ο Μωάμεθ και όχι ο Ιησούς υπήρξε ο τελευταίος προφήτης εκ Θεού.


ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:
1. ‘Εις Επίγνωσιν Θεού’, Μητροπολ. Φθιώτιδος Νικολάου, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθ. 1999
2. ‘Ερμηνεία των Τεσσάρων Ευαγγελίων’, Βαρθολομαίου Γεωργιάδου, επισκόπου Κορίνθου, εκδ. Δημιουργία, Αθ. 1992
3. ‘Κυριακοδρόμιο’, Άρτος Ζωής, Αθ. 2011
4. ‘Τα τέσσερα Ευαγγέλια και Πράξεις των Αποστόλων’, Τιμοθέου Κιλίφη, Αθήνα
5. ‘Το Ευαγγέλιο του Ματθαίου’, εκδ. Ο Σταυρός, Αθ. 1981
6. ‘Το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο’, Ιω. Καραβιδόπουλου, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλ. 1988

Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς τοῦ σοφωτάτου Νικολάου Καβάσιλα τοῦ καὶ Χαμαετοῦ

Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς τοῦ σοφωτάτου Νικολάου Καβάσιλα τοῦ καὶ Χαμαετοῦ


λόγοι

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7
Ξαναγυρίζοντας τώρα στο Βυζάντιο είναι καλό να πάμε πρώτα στον τελευταίο μεγάλο μυστικό του, τον Νικόλαο Καβάσιλα (+ 1471), που εμπνέεται πολύ από τον Συμεώνα.
Το οικογενειακό του όνομα ήταν Χαμαετός, γνωστή βυζαντινή οικογένεια. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Καβάσιλας. έφτασε στις ακρότερες συνέπειες, στις οποίες οδηγούσε η κατεύθυνση που με τόσο ζωηρό παλμό εχάραξεν ο Συμεών. Το σπουδαιότερο έργο του είναι η «ζωή εν Χριστώ».Τό απλό και μαζί βαθύ, λυρικό και μαζί μυστικό ύφος του αποπνέει τη δροσιά και την αισιοδοξία των αποστολικών χρόνων. Όπως οι αρχαίοι Έλληνες αισθάνονταν συχνά την ανάγκη να ξαναγυρίζουν στο Σωκράτη για να βαπτιστούν στη γεμάτη αισιοδοξία αλλά και απλότητα σκέψη και ζωή του, έτσι και οι Βυζαντινοί, όσες φορές η εκλεπτυσμένη θεολογική σκέψη εστέγνωνε την ψυχήν των ξαναγυρίζουν στους αποστολικούς χρόνους, στην απλότητα της πίστης και στην αισιοδοξία των.
Θα σταματήσωμε σε δυο μόνο σημεία που δείχνουν σημαντική πρόοδο της μυστικής θεωρίας. «Ο νόμος του πνεύματος, λέγει ο Καβάσιλας, που είναι η αγάπη για το Θεό, είναι νόμος φιλίας και ευγνωμοσύνης. Για να ακολουθήση κανείς αυτό το νόμο δεν είναι ανάγκη να καταβάλη κόπους, ούτε έξοδα, ούτε να χύση ιδρώτα ... Ούτε, προσθέτει, είναι ανάγκη να αφήσης τη δουλειά σου, ή να αποσυρθής σε απόμερα μέρη, να διάγης μια παράξενη ζωή και να φορής ένα παράξενο ένδυμα. Δε χρειάζεται να κάμης όλα αυτά. Μπορείς να μείνης στο σπίτι σου, και, χωρίς να χάσης τα αγαθά σου, να βρίσκεσαι πάντα στη μελέτη του Θεού και του ανθρώπου, στη μελέτη της συγγενείας του ανθρώπου με το θείο και σε κάθε άλλη τέτοιας λογής μελέτη».
«Και πρώτα πρώτα, προσθέτει αλλού, δε χρειάζονται προετοιμασίες για την προσευχή μας, ούτε ειδικοί τόποι, ούτε φωνές όταν επικαλούμαστε το Θεό. Γιατί δεν υπάρχει τόπος από όπου λείπει ο Θεός, δεν είναι δυνατό να μην είναι μαζί μας, αφού ο Θεός είναι πάντα πιο κοντά σε κείνους που τοv καλούν, από όσο είναι η ίδια η καρδιά τους. Θα έλθη προς ημάς, ακόμη κι αν είμαστε κακοί, γιατί ο Θεός είναι αγαθός». Χάνεται τελείως, όπως βλέπομε, όχι μόνο η αντιδικία με τη σάρκα, αλλά και όλες οι εξωτερικές συνθήκες και μορφές της ζωής (αναχωρητισμός, ένδυμα κλπ.) που τις θεωρούσαν απαραίτητες. Η ευσέβεια είναι αποκλειστικά έργο της δικής μας εσωτερικής διαθέσεως, της δικής μας θέλησης. Γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο επακόλουθο του μυστικισμού η εξωτερική αποχώρηση από τον κόσμο, ο αναχωρητισμός. Μένοντας μέσα στην καθημερινή, την κοινωνική του ζωή ο άνθρωπος, μπορεί και πρέπει να την μετουσιώνη με τη μελέτη των υψηλών πνευματικών θεμάτων, που απεργάζονται τη μεταστροφή της βουλήσεώς του.
Δεν είναι λοιπόν ο Καβάσιλας ο μυστικός των εκστατικών καταστάσεων. Σκοπός του να περιγράψη τη θεία χάρη μέσα στον κοινό χριστιανό. Και αυτό το κάνει με εξαιρετικά δυνατή θεολογική πνοή. Η εν Χριστώ ζωή είναι η ζωή του Χριστού, που μπαίνει μέσα στον καθένα μας με ένα μυστήριο οικειότητας. Είναι φυσικό, λέγει, κάθε πράγμα να είναι δεμένο με τον εαυτόν του περισσότερο παρά με κάθε άλλο. Έτσι πιστεύομε. Και όμως; προσθέτει ο Καβάσιλας, η ένωσή μας με το Χριστό είναι ακόμα πιο δυνατή. Οι μακάριοι άνδρες νοιώθουν τον εαυτό τους δεμένο περισσότερο με το Σωτήρα παρά με τον εαυτό τους. Ο Χριστός είναι την ίδια ώρα ξένος μας και ενδιαίτημά μας. Αναπνέομε το Χριστό. Σε τούτο ακριβώς διαφέρει η Νέα από την Παλαιά Διαθήκη, στην παρουσία μέσα μας του Χριστού, που διαθέτει την ψυχή του ανθρώπου και την μεταπλάθει. Χρέος μας ιερό να μη σβύσωμε τη μέσα μας αναμένη λαμπάδα, αλλά να σκάψωμε μέσα μας και να ανακαλύψωμε την καθαρή ουσία της αρετής, την αξία της ανθρώπινης φύσης και την φιλανθρωπία του Θεού. «Ούτε οι ναοί, λέγει ο Καβάσιλας, ούτε οτιδήποτε άλλο ιερό είναι τόσο άγιο όσο ο άνθρωπος με τη φύση του οποίου κοινωνεί ο ίδιος ο Θεός. Εκείνος που θα έλθη καθήμενος επί των νεφών είναι άνθρωπος, όπως είναι ασφαλώς Θεός. Καθένας μας. μπορεί να λάμψη περισσότερο από τον ήλιο, να ανέβη στα σύννεφα, να πετάξη προς το Θεό, να τον πλησιάση, να κάμη ώστε ο Θεός να τον κυττάξη με γλυκύτητα». Νάμαστε λοιπόν πάλι στη Σωκρατική αφετηρία, με νέο βάθος: να ανακαλύψης την αξία της φύσης σου και να οικοδομήσης τη ζωή σου πάνω σ' αυτήν. «Αν, προσθέτει ο Καβάσιλας, ύστερα από αυτή την ανακάλυψη αναλογισθή ο άνθρωπος την φτώχεια μέσα στην οποία ζει, -ενώ έχει τόσο πλούσια φύση,- επειδή άφησε την οκνηρία και τον ύπνο να τον περιτυλίξουν, μεγάλη λύπη και δάκρυα πολλά θα τον συνοδεύουν σε όλη του τη ζωή. Αλλά την ημέρα όμως που θα κάμη τη ζωή του όπως έπρεπε να είναι, από πηγή θλίψεως και δακρύων που ήτανε, θα γίνη τότε η ζωή του πηγή ευδαιμονίας και πνευματικής χαράς». Με τον ιδεαλισμό του κατορθώνει ο Καβάσιλας, περισσότερο από κάθε άλλον Βυζαντινό, να ανακαλύψη τον πνενματικό άνθρωπο όχι στον αναχωρητή,.αλλά στην,έξοχη ανθρώπινη φύση, με την οποίαν επικοινωνεί ο Θεός, και να καλέση κάθε Χριστιανό να κάμη την ίδια ανακάλυψη. Η θρησκευτική σκέψη λυτρώνεται από κάθε δεσμό με έξωτερικές συνθήκες. Από τον ασκητισμό του σώματος; τον πόλεμο κατά της σάρκας των ερημιτών της Θηβαΐδος,ανεβαίνουμε στην κορφή της καθαρής πνευματικής χώρας τoυ ανθρώπου. Αυτή είναι από τις μεγαλύτερες πνευματικές νίκες του Βυζαντίου.

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Ησυχασμός

Ησυχασμός

2. Ησυχασμός

Έχουμε μέχρι τώρα αναπτύξει, όσο ήταν δυνατόν, το τι είναι ησυχία, ποια είναι τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα και ότι αυτή είναι απαραίτητη για την πνευματική μας ζωή. Συνιστάται από όλους τους αγίους Πατέρας, ως η καλύτερη μέθοδος καθάρσεως του ανθρώπου και επανόδου στον Θεό. Άλλωστε η Ορθοδοξία, όπως έχουμε επισημάνει, είναι μια θεραπευτική επιστήμη, που επιδιώκει την θεραπεία του ασθενούς ανθρώπου. Αυτό δεν πρέπει ποτέ να παραθεωρήται, γιατί έτσι καταστρέφεται όλη η ουσία και το περιεχόμενο του Χριστιανισμού. Η κάθαρση, ως απαραίτητη προϋπόθεση θεώσεως, επιτυγχάνεται με την μέθοδο της ορθοδόξου ευσεβείας στην οποία η ησυχία κατέχει σημαντικότατη θέση.


Όλη αυτή η μέθοδος και ο τρόπος βιώσεώς της λέγεται ησυχασμός. Δηλαδή ο αγωνιζόμενος που βρίσκεται μέσα στην ατμόσφαιρα της ησυχίας λέγεται ησυχαστής και ο τρόπος βιώσεως της ησυχίας λέγεται ησυχασμός. Εμείς βέβαια γνωρίζουμε τον ησυχασμό σαν μια θεολογική κίνηση του ΙΔ’ αιώνος, που εκπροσωπείται κυρίως από τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, ο οποίος χρησιμοποιεί μια ειδική ψυχοσωματική μέθοδο και επιδιώκει, με την βοήθεια της θείας Χάριτος, να ενώση τον νου με την καρδιά και έτσι να βιώση την κοινωνία με τον Θεό. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς υποστήριζε ότι  αυτό γίνεται και στο σώμα. Δηλαδή και το σώμα μπορεί να αποκτήση εμπειρία της ζωής τουΘεού. Ο Βαρλαάμ αντίθετα, αγνοώντας αυτήν την μέθοδο, έγινε πολέμιός της, με αποτέλεσμα να καταδικασθή από την Εκκλησία και τελικά να απομακρυνθή από τον ορθόδοξο χώρο. Η ησυχαστική έρις, όπως ονομάστηκε, τελείωσε με τις Συνόδους που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη το 1341, 1346 και 1351. Η τελευταία Σύνοδος που «δικαίωσε» τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, εκφραστή της ησυχαστικής ζωής, θεωρείται Οικουμενική. «Νομίζομεν όμως, ότι η Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως επί Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά το 1351, κρίνοντας τουλάχιστον βάσει του μεγάλου θεολογικού έργου της, δύναται και αξίζει να συναριθμήται εις τας Οικουμενικάς Συνόδους της Ορθοδόξου Εκκλησίας, των οποίων δεν υστερεί εις τίποτε ως προς την σωτηριολογικήν σημασίαν της θεολογίας της. Η Σύνοδος αύτη αποτελεί την απόδειξιν της συνεχείας της συνοδικότητος της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της ζώσης εμπειρίας και θεολογίας περί της εν Χριστώ σωτηρίας»[34].

Όμως αυτή η ησυχαστική κίνηση δεν εμφανίσθηκε τον ΙΔ’ αιώνα, αλλά υπάρχει από τους πρώτους αιώνες της ζωής της Εκκλησίας. Την ησυχία την συναντούμε στην Αγία Γραφή, στους πρώτους Πατέρας της Εκκλησίας. Ήδη στα προηγούμενα δειγματοληπτικά αναφέραμε Πατέρας από όλους τους αιώνες της ιστορίας της Εκκλησίας. Αναφέραμε τον άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, τον Μ. Βασίλειο, τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, τον όσιο Θαλάσσιο, τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο και τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Άλλωστε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς δεν είναι ο εισηγητής του ησυχασμού, αλλά ο εκφραστής, εκείνος που έζησε και εξέφρασε όλη αυτή την ιερά πορεία της ψυχής. Ο ησυχασμός λοιπόν αποτελεί την γνήσια μορφή της χριστιανικής ζωής.

Με τον όρο όμως ησυχασμό χαρακτηρίζουμε και την μέθοδο εκείνη που χρησιμοποιείται για την συγκέντρωση του νου στην καρδιά. Το θέμα είναι πάρα πολύ μεγάλο και θα ήθελα απλώς να εντοπίσω μερικές θέσεις.

Ο νους του ανθρώπου στην προσπάθεια να καθαρισθή ίσταται «ευκτικώς εν τη καρδία». Συνεχώς επαναλαμβάνει την μονολόγιστη ευχή του Ιησού, που λέγεται μονολόγιστη ακριβώς γιατί έχει μόνον ένα λόγο. Δεν ασχολείται με πολλούς λόγους. Διαρκώς μνημονεύει  το Όνομα του Ιησού Χριστού. Ο νους συγχρόνως προσέχει τους λογισμούς για να μην εισχωρήσουν στην θύρα της καρδιάς. Έτσι, όπως λέγει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, συνδυάζεται η νήψη με την προσευχή.

«Είναι όμως δυνατή και μία ακόμη βαθυτέρα κατάβασις του νοός εις την καρδίαν. Όταν κατ’ ενέργειαν Θεού συνενούται ο νους μετά της καρδίας, κατά τοιούτον τρόπον, ώστε να απεκδύηται θετικώς πάσαν εικόνα και έννοιαν, ενώ ταυτοχρόνως αι είσοδοι της καρδίας κλείονται εις παν αλλότριον, τότε η ψυχή εισέρχεται εις «γνόφον» όλως ιδιαίτερως τάξεως, και κατόπιν αξιούται αφάτου συμπαραστάσεως ενώπιον του Θεού  καθαρώ τω νοΐ»[35].

Χρησιμοποιούνται πολλοί τρόποι για να επιτευχθή αυτή η συγκέντρωση του νου και ο περιπλανόμενος νους να επιστρέψη στην καρδιά. Με τους τρόπους που χρησιμοποιούμε πρέπει απαραίτητα να συνδέεται η μετάνοια, γιατί διαφορετικά εκφυλίζεται σε μια μηχανική μέθοδο.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς σε ομιλία του την Κυριακή του Τελώνου  και του Φαρισαίου παρουσιάζει την τελωνική προσευχή, τον τρόπο με τον οποίο προσευχόταν ο Τελώνης, σαν τύπο της προσευχής του ησυχαστού. Στο Ευαγγέλιο αναφέρεται: «ο τελώνης μακρόθεν εστώς ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι, αλλ’ έτυπτεν εις το στήθος αυτού λέγων∙ ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» (Λουκ. ιη’, 13). Ερμηνεύοντας αυτή την περικοπή ο άγιος λέγει χαρακτηριστικά. Το «εστώς» δείχνει «την επί πολύ παράστασιν της στάσεως. Ομού και το επίμονον της δεήσεως και των ιλαστηρίων ρημάτων». Ο τελώνης έλεγεν «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Τίποτε περισσότερο. «Μηδέν έτερον μήτε προτιθείς, μήτε διανοούμενος, εαυτώ μόνω προσείχε και τω Θεώ, αυτήν εφ’ εαυτήν στρέφων και πολλαπλασιάζων μόνην την μονολόγιστον δέησιν, όπερ ανυσιμώτατόν εστι προσευχής είδος». Φαίνεται εδώ η αξία της μονολογίστου ευχής «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Ο ησυχαστής, σαν τον Τελώνη, δεν διανοείται απολύτως τίποτε, αλλά συγκεντρώνει τον νου στα λόγια της ευχής. Την φράση του Χριστού ότι ο Τελώνης «ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν άραι» ερμηνεύει προβάλλοντας το σχήμα του ησυχαστού: «Αύτη η στάσις και στάσις ην ομού και υπόπτωσις και ουκ ευτελούς δούλου μόνον, αλλά και καταδίκου παράστασις». Με τον τρόπο και το σχήμα αυτό ο Τελώνης εδείκνυε «την οικείαν κατάγνωσιν και αυτομεμψίαν∙ ανάξιον γαρ εαυτόν ηγείτο και του ουρανού και του κατά την γην ιερού». Το ότι έτυπτε το στήθος αυτού δείχνει και την συμμετοχή του σώματος στο άλγος και το πένθος της ψυχής. «Υπό της σφοδράς κατανύξεως τύπτων το εαυτού στήθος και πληγών εαυτόν άξιον παριστάς εντεύθεν, βαρυπενθών και τους στεναγμούς αναπέμπων εκείθεν και την κεφαλήν ως κατάδικος κλίνων, αμαρτωλόν εκάλει και τον ιλασμόν πιστώς επεζήτει»[36].

Φαίνεται εδώ καθαρά ο Χριστός με την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, αλλά και ο άγιος Γρηγόριος ερμηνεύοντας «ησυχαστικά» την παραβολή, παρουσιάζουν την ησυχία και την προσευχή ως την καλυτέρα μέθοδο για να λάβη ο άνθρωπος έλεος από τον Θεό. Αυτή είναι η αρτιοτέρα προσευχή. Είναι μονολόγιστη, διακατέχεται από βαθειά μετάνοια, το σώμα συμμετέχει στην προσευχή, αφού και αυτό θα λάβη την Χάρη του Θεού, το κλίμα της προσευχής είναι η αυτομεμψία και η οικεία κατάγνωση.

Επειδή ο αιρετικός Βαρλαάμ ειρωνευόταν τους ησυχαστάς της εποχής του που χρησιμοποιούσαν μια ιδιαίτερη κλίση της κεφαλής και του σώματος για να επιτύχουν την συγκέντρωση του νου και την ενοειδή συνέλιξη των δυνάμεων της ψυχής, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ανέφερε την περίπτωση του Προφήτου Ηλιού, που προσευχήθηκε προς τον Θεό, αφού έθεσε την κεφαλήν του μεταξύ των γονάτων: «Και αυτός ο την θεοπτίαν τελεώτατος Ηλίας, την κεφαλήν τοις γόνασιν ερείσας και ούτω τον νουν εις εαυτόν και τον Θεόν φιλοπονώτερον συναγωγών, τον πολυετή εκείνον έλυσαν αυχμόν»[37]. Στην συνέχεια συνιστά ο αγιορείτης άγιος έναν τέτοιο τρόπο για την συγκέντρωση του νου: «... τον τε οφθαλμόν μη ώδε κακείσε περιάγειν, αλλ’ οίον ερείσματί τινι τω οικείω στήθει ή τω ομφαλώ τούτον προσερείδειν και την δι’ όψεως έξω χεομένην δύναμιν του νου της καρδίας είσω πέμπειν αύθις δια του τοιούτου σχήματος του σώματος...»[38].

Αναφερόμενος στα θέματα αυτά, δηλαδή στον τρόπο με τον οποίο γίνεται η ευχή, ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης συνιστά: «Και από μεν πρωΐας καθεζόμενος εν σπιθαμιαία καθέδρα, άγξον τον νουν εκ του ηγεμονικού εν καρδία και κράτει αυτόν εν αυτή∙ κύπτων δε εμπόνως, και τα στέρνα, ώμους τε και τον τράχηλον σφοδρώς περιαλγών, επιμόνως κράζε νοερώς ή ψυχικώς το, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Επίσης παραγγέλλει να κρατούμε την αναπνοή για να συγκεντρωθή ο νους. «Κράτει δε και τον ανασασμόν του πνεύματος, ίνα μη αδεώς πνης∙ η γαρ αύρα των πνευμάτων από καρδίας αναδιδομένη, σκοτίζει τον νουν και ριπίζει την διάνοιαν εκείθεν αυτόν απείργων»[39].

Στο θέμα της αναπνοής προσάγει άλλες πατερικές μαρτυρίες[40].

Σε άλλο σημείο ο ίδιος άγιος (Γρηγόριος Σιναΐτης) περιγράφει τον τρόπο της ευχής που συγκεντρώνει τον νου, πράγμα το οποίο συνιστά τον λεγόμενο ησυχασμό. «Ποτέ μεν επί σκάμνου, το πλείστον, δια το επίπονον∙ ποτέ δε, και επί στρωμνής ολιγάκις, έως καιρού, δια την άνεσιν∙ εν υπομονή δε οφείλει είναι το κάθισμά σου, δια τον ειπόντα, τη προσευχή προσκαρτερούντες∙ και μη ταχέως ανίστασθαι ολιγωρούντα δια το επίπονον άλγος και την του νοός νοεράν βοήν και συνεχή πήξιν∙ ιδού γαρ, φησίν ο Προφήτης, ωδίνες συνέλαβόν με, ώσπερ τίκτουσαν∙ αλλά κύπτων κάτωθεν και τον νουν εν τη καρδία συνάγων, είπερ διήνοικται, επικαλού τον Κύριον Ιησούν εις βοήθειαν. Πονών δε τους ώμους και την κεφαλήν πολλάκις αλγών, καρτέρει επιπόνως και ερωτικώς εν αυτοίς, ζητών εν καρδία τον Κύριον. Βιαστών γαρ εστιν η Βασιλεία του Θεού και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν∙ την σπουδήν εν τούτοις και των τοιούτων πόνων ο Κύριος υπέδειξεν αληθώς. Υπομονή γαρ και καρτερία εν πάσι, γεννήτρια πόνων και σώματος και ψυχής»[41].

Πρέπει να υπογραμμίσουμε το γεγονός ότι η αξία της νοεράς ησυχίας, η αδιάλειπτη προσευχή, η επανάληψη της μονολογίστου ευχής του Ιησού, ο ιδιαίτερος τρόπος συγκεντρώσεως του νου και της ενώσεως του με την καρδιά, η στάση του σώματος κατά την προσευχή και ο περιορισμός των αισθήσεων, η διδασκαλία ότι η Χάρη του Θεού είναι άκτιστη και ότι ο άνθρωπος μπορεί να την δεχθή μέσα  στην καρδιά του, ότι το Θαβώριο Φως είναι ανώτερο από την ανθρώπινη γνώση και όχι «χείρω νοήσεως», που όλα αυτά καθορίζουν τον λεγόμενο ησυχασμό, έχουν «δικαιωθή» από τις Συνόδους της Κωνσταντινουπόλεως και επομένως ο αντιλέγων σ’ αυτά τα θέματα δεν  βρίσκεται μέσα στον χώρο της Ορθοδόξου Παραδόσεως  και δημιουργεί οπωσδήποτε προϋποθέσεις αποκοπής από την ζωή της.

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Ἀνάσταση! Ὁ θρίαμβος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ἀρχιμανδρίτη Εὐσέβιου Βίττη

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013


Ἀνάσταση! Ὁ θρίαμβος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ἀρχιμανδρίτη Εὐσέβιου Βίττη.

Ανάσταση! Ο θρίαμβος της αγάπης του Θεού
Α) Η αγάπη του Θεού

   «Ο Θεός αγάπη εστίν». Όσο κι αν μας φαίνεται κατανοητή η φράση αυτή και ο προσδιορισμός του νοήματός της, όμως αποτελεί μυστήριο, γιατί μυστήριο είναι ο ίδιος ο Θεός, με τον οποίο ταυτίζεται. Όσο άπειρος είναι ο Θεός, τόσο άπειρη είναι και η αγάπη του.
Και όσο λίγο κατανοούμε το Θεό, τόσο λίγο μπορούμε να κατανοήσουμε και το νόημα αυτής της φράσεως, ότι ο Θεός είναι αγάπη στην ολότητά του, γιατί ξεπερνάει τα όρια της περιορισμένης μας λογικής. Μένουν όμως κάποια στοιχεία και μερικά περιθώρια κατανοήσεως κάποιων εκδηλώσεων της αγάπης του Θεού, τόσο στη σύνολη δημιουργία, όσο και στη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο. Αλλιώς δε θα είχε νόημα η ομιλία αυτή.

   Μια προσπάθεια προσεγγίσεως της θείας αγάπης αποτελεί η περιγραφή, που επιχειρεί σχετικά ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης μιλώντας για την αγάπη του Θεού ως «εκστατικότητα του Θεού». Η αγάπη του Θεού είναι μια κατά κάποιον τρόπο μυστικόν και απροσπέλαστον νοητικά «έκσταση», δηλαδή έξοδος του Θεού από τον εαυτό του, χωρίς όμως να «εξίσταται» ο Θεός, χωρίς δηλαδή να βγαίνει από τον εαυτό του! Ακατανόητο αυτό και αντινομικό, αλλά μόνον έτσι μπορεί να εκφραστεί αυτή η διαπίστωση.
Ο Θεός πληροί τα πάντα και περιέχει τα πάντα, αλλά ο ίδιος δεν περιέχεται από τίποτε. Πώς λοιπόν είναι δυνατόν να «εξίσταται» ο Θεός, αφού δεν υπάρχει χώρος για να «εκστεί» έξω από αυτόν, γιατί είναι απερίληπτος; Πώς μπορεί δε να εξίσταται, και όμως να παραμένει μη εξισταμένος; «Μείωση» ή «σμίκρυνση» του Θεού είναι απαράδεκτη και ακατανόητη. Ας ιδούμε όμως τι ακριβώς μας λέει ο Άγιος και ας κατανοήσει ο καθένας μας ό, τι μπορεί, αφού ο χρόνος δε μας επιτρέπει αναλύσεις και σχολιασμούς.
   «Ας τολμήσουμε, λέει, να πούμε ετούτο χάριν της αλήθειας, ότι αυτός ο αίτιος των όλων εξαιτίας του καλού και αγαθού έρωτος για όλα από υπερβολή ερωτικής αγαθότητος βγαίνει έξω από τον εαυτό του με τις πρόνοιές του για όλα τα όντα.
Και θέλγεται κατά κάποιον τρόπο από την αγαθότητα και την αγάπη και τον θείο έρωτα. Από εκεί, που είναι πάνω από όλα και υψηλότερος απείρως από αυτά, κατεβαίνει σε όλα με εκστατική δύναμη υπερούσια, χωρίς να εξέρχεται ουσιαστικά από τον εαυτό του. Γι’ αυτό κι εκείνοι, που ξέρουν καλά τα θεία, τον αποκαλούν ζηλωτή, επειδή έχει πολύν αυτόν τον έρωτα προς τα όντα. Και επειδή γι’ αυτά προνοεί».

Και επεξηγεί ο άγιος Ιερόθεος την έννοια του όρου έρως: «Τον έρωτα είτε θείον ειπούμε είτε αγγελικόν είτε νοερόν είτε ψυχικόν είτε ακόμη και φυσικόν, πρέπει να τον εννοήσουμε ως μία δύναμη που προξενεί ένωση.
Και κινεί τα ανώτερα να προνοούν για τα κατώτερα, εκείνα που είναι της ίδιας σειράς τα κινεί να έχουν αμοιβαία συνοχή και κοινωνία, και τέλος κινεί τα κατώτερα να επιστρέψουν στα καλύτερα και ανώτερά τους».
   Επομένως ο Θεός «εξίσταται» με μια πνευματική κίνηση αγαπητική προς τα δημιουργήματά του, και ειδικότερα προς τα λογικά πλάσματά του, όπως είναι ο άνθρωπος. Και ο άγιος Διονύσιος συνεχίζει: «Ο θείος έρως είναι από τη φύση του εκστατικός.
Δεν αφήνει τους εραστές να ανήκουν στον εαυτό τους. Και αυτό το δείχνουν από την πρόνοια, που δείχνουν για τα κατώτερα. Εκείνα που είναι της ίδιας σειράς τη δείχνουν από τη μεταξύ τους συνοχή. Και τα χαμηλότερα από τη θειότερη επιστροφή τους προς τα πρώτα.

Γι’ αυτό ο θείος Παύλος, που κυριεύθηκε από τον θείον έρωτα και δοκίμασε την εκστατική του δύναμη, λέει με ένθεο στόμα: «δεν ζω εγώ, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός», ως αληθινός εραστής, που μέσα του είχε υποστεί έκσταση προς το Χριστό, όπως λέει ο ίδιος στην προς Κορινθίους 
Επιστολή του. Δε ζούσε επομένως τη δική του ζωή, αλλά τη ζωή του αγαπημένου του ως υπερβολικά αγαπητή και ποθητή».
   Και ο μεγάλος θεολόγος, ο όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής, λέει τα εξής: «Οι θεολόγοι ονομάζουν το θείον άλλοτε έρωτα, άλλοτε αγάπη, άλλοτε εραστό και αγαπητό. Γι’ αυτό ο έρως, που είναι αγάπη, κινείται (προς τα έξω), ως εραστό δε και αγαπητό κινεί προς τον εαυτό του όλα όσα είναι δεικτικά έρωτος και αγάπης.
Και, για να το ξαναπούμε καθαρότερα και σαφέστερα, κινείται προς εκείνα που είναι δεικτικά έρωτος και αγάπης, προξενώντας μια εσωτερική σχέση. Και κινεί, γιατί είναι εκ φύσεως ελκυστικός της επιθυμίας εκείνων, που κινούνται προς αυτόν. Και πάλι κινεί και κινείται, γιατί ο θείος έρως διψάει να τον διψούν, ποθεί να ποθείται και αγαπάει να τον αγαπούν». το ίδιο άλλωστε ισχύει και από την πλευρά των αγαπημένων εν σχέσει προς τον Κύριο, ως πηγή της θείας αγάπης.
   Και συνεχίζει: «Πηγή και γεννήτορας της αγάπης και του θείου και αγίου έρωτος είναι ο ίδιος ο Θεός. Γιατί αυτός, ενώ υπήρχε αυτή η αγάπη μέσα του, την πρόβαλε προς τα έξω, δηλαδή προς τα κτίσματά του. Σύμφωνα με αυτό έχει λεχθεί ότι “ο Θεός είναι αγάπη”.
Και πάλι λέγεται για το Θεό, ότι είναι “γλυκύτης και επιθυμία”, δηλαδή αγάπη και θείος έρως. Υποκείμενο λοιπόν αλλά και αντικείμενο αγάπης και θείου έρωτος είναι ο ίδιος. Λοιπόν με το να ξεχύνεται από αυτόν ο θείος έρως και η θεία αγάπη, αυτή η έκβλυση σημαίνεται ως κίνηση. Με το να είναι αυτός το πράγματι αξιέραστο και αγαπητό και επιθυμητό και προτιμητό, κινεί εκείνα, που στρέφονται προς αυτόν ανάλογα προς τη δύναμη της επιθυμίας τους».

  Ανάσταση! Ένας μοναδικός θρίαμβος! Ένας θρίαμβος όχι συνηθισμένων διαστάσεων, αλλά θρίαμβος κοσμικώς και χρονικώς αιωνίων διαστάσεων.
   «Ουρανοί μεν επαξίως ευφραινέσθωσαν, γη δε αγαλλιάσθω, εορταζέτω δε κόσμος, ορατός τε άπας αόρατος», γιατί «τα σύμπαντα σήμερον χαράς πληρούνται». «Άγγελοι και άνθρωποι την του Σωτήρος υμνούσι τριήμερον έγερσην». «Λαοί υμνούσι… Πάσχα μέγαν εξανατείλαν υπό του Αναστάντος εκ τάφου Χριστού του ζωοδότου και Λυτρωτού πάσης κτίσεως». «Ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια» αναγνωρίζουν το μεγάλο και μοναδικό γεγονός της Αναστάσεως.
 Και δικαιολογημένα ψάλλει η Εκκλησία θριαμβευτικά και με ακράτητον ενθουσιασμό την Ανάσταση. «Ώφθη φως απρόσιτον ημίν, λάμπων από τάφου ωραίος Χριστός ο Κύριος˙ Άδης ηχμαλώτισται, σατάν ηφάνισται, χαίρει του κόσμου τα πέρατα», μέλπει η Εκκλησία του Χριστού.
   Και με το στόμα του μεγαλύτερου ρήτορός της κράζει θριαμβευτικά:
   «Μηδείς θρηνείτω πενίαν˙ εφάνη γαρ η κοινή βασιλεία. Μηδείς οδυρέσθω πταίσματα˙ συγγνώμη γαρ εκ του τάφου ανέτειλε.
Μηδείς φοβηθείσθω θάνατον˙ ηλευθέρωσε γαρ ημάς του Σωτήρος ο θάνατος… Εσκύλευσε τον Άδην ο κατελθών εις τον Άδην… Ο Άδης επικράνθη… Πού σου θάνατε το κέντρον; Πού σου Άδη το νίκος; Ανέστη Χριστός, και συ καταβέβλησαι. Ανέστη Χριστός, και πεπτώκασι δαίμονες. Ανέστη Χριστός, και χαίρουσιν Άγγελοι… Ανέστη Χριστός, και νεκρός ουδείς επί μνήματος… Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας».
   Αυτόν τον ενθουσιασμό με παραλήρημα χαράς ανεκφράστου ακράτητο βιώνει η Εκκλησία μας πάντοτε, αλλά ιδιαίτερα αυτήν την περίοδο της επετείου της Αναστάσεως του Κυρίου. Και τον εκφράζει διαποτισμένον με πίστη απαρασάλευτη και ζώσα με την πλούσια και ασύγκριτη υμνολογία της.
Αυτόν τον θρίαμβο εξυμνεί εκφράζοντας τα θεία και ουράνια αισθήματά της, καλώντας σε συμμετοχή τους πάντες, ιδιαίτερα όμως ετούτες τις ημέρες όλους τους πιστούς της. Και τους καλεί να συμμετάσχουν σε αυτά όχι για να προκαλέσει στις ψυχές κάποια έντονα στιγμιαία ιερά συναισθήματα, αλλά μόνιμα βιώματα και πεποιθήσεις εσωτερικές ακλόνητες και οδηγητικές της πορείας μέσα στη ζωή του καθενός.
Βιώματα εν πίστει, που να διαποτίζουν ολόκληρη την ύπαρξη, ώστε να αποτελούν όλο και πιο αποφασιστικά και με συνέπεια αποδοχή της καινής ζωής, που εμπνέει ο κενός τάφος ως μάρτυρας σιωπηλός μεν, αλλά αναμφίλεκτος, της αναχωρήσεως από αυτόν του προσωρινού Ενοίκου του, που αναχώρησε στο ολόφωτο βασίλειο του ουρανού ως ταυτόχρονα φορεύς και της εξαγιασμένης ανθρώπινης φύσεως της ενωμένης αχώριστα με τη θεϊκή του φύση.
Είναι όμως αδύνατο να περιγράψει κανένας με λόγια το γεγονός, που ολόκληρο το σύμπαν, όλος ο υλικός και πνευματικός κόσμος, αδυνατεί και να περιχωρήσει και να κατανοήσει εις βάθος και να εκτιμήσει ανάλογα με τη σημασία και το μέγεθός του.
Και βέβαια είναι απολύτως αδύνατη η περιγραφή του και παρουσίασή του στα πολύ περιορισμένα χρονικά πλαίσια μιας πενιχρής ομιλίας. Παραμένει μόνο η θελκτικότητα του βιώματος και η διαισθητική προσέγγιση του μεγάλου αυτού μυστηρίου εν πίστει και χαρά αφ’ ενός και εν βιώσει του στην πορεία και τον αγώνα της ζωής αφ’ ετέρου.
   Θα έπρεπε όμως να εκταθεί υπέρμετρα ο λόγος και με ακροθιγή, έστω, αναφορά του στο άφραστον αυτό θαύμα.
Όσα έχουν αναφερθεί ως το σημείο αυτό, αναφέρθηκαν μόνο ως στοιχειωδέστατη και ατελής υπογράμμιση της σημασίας της Αναστάσεως του Κυρίου και οπωσδήποτε αφετηριακά, γιατί το θέμα μας δεν είναι αυτό, αλλά «η Ανάσταση ως θρίαμβος της αγάπης».
 Ποιάς αγάπης; Και ποιού θριάμβου; Της αγάπης του Θεού και του θριάμβου της, όπως θα επιχειρήσει η συνέχεια του λόγου να καταδείξει. Αποτελεί άλλωστε το θέμα αυτό μια ουσιαστική, αν όχι την ουσιαστικότερη, πλευρά του γεγονότος της Αναστάσεως.
Και χρειάζεται, φρονώ, περισσότερη έξαρσή του, αφού η αγάπη του Θεού είναι εκείνη, που αποτελεί τον θρίαμβό της, και αυτή η αγάπη μας ενδιαφέρει περισσότερο από κάθε τι άλλο. Στην πλευρά αυτή θα προσπαθήσουμε να στρέψουμε την προσοχή μας.
«Ο Θεός αγάπη εστίν». Όσο κι αν μας φαίνεται κατανοητή η φράση αυτή και ο προσδιορισμός του νοήματός της, όμως αποτελεί μυστήριο, γιατί μυστήριο είναι ο ίδιος ο Θεός, με τον οποίο ταυτίζεται. Όσο άπειρος είναι ο Θεός, τόσο άπειρη είναι και η αγάπη του.
Και όσο λίγο κατανοούμε το Θεό, τόσο λίγο μπορούμε να κατανοήσουμε και το νόημα αυτής της φράσεως, ότι ο Θεός είναι αγάπη στην ολότητά του, γιατί ξεπερνάει τα όρια της περιορισμένης μας λογικής. Μένουν όμως κάποια στοιχεία και μερικά περιθώρια κατανοήσεως κάποιων εκδηλώσεων της αγάπης του Θεού, τόσο στη σύνολη δημιουργία, όσο και στη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο. Αλλιώς δε θα είχε νόημα η ομιλία αυτή.
   Μια προσπάθεια προσεγγίσεως της θείας αγάπης αποτελεί η περιγραφή, που επιχειρεί σχετικά ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης μιλώντας για την αγάπη του Θεού ως «εκστατικότητα του Θεού». Η αγάπη του Θεού είναι μια κατά κάποιον τρόπο μυστικόν και απροσπέλαστον νοητικά «έκσταση», δηλαδή έξοδος του Θεού από τον εαυτό του, χωρίς όμως να «εξίσταται» ο Θεός, χωρίς δηλαδή να βγαίνει από τον εαυτό του! Ακατανόητο αυτό και αντινομικό, αλλά μόνον έτσι μπορεί να εκφραστεί αυτή η διαπίστωση.
 Ο Θεός πληροί τα πάντα και περιέχει τα πάντα, αλλά ο ίδιος δεν περιέχεται από τίποτε. Πώς λοιπόν είναι δυνατόν να «εξίσταται» ο Θεός, αφού δεν υπάρχει χώρος για να «εκστεί» έξω από αυτόν, γιατί είναι απερίληπτος; Πώς μπορεί δε να εξίσταται, και όμως να παραμένει μη εξισταμένος; «Μείωση» ή «σμίκρυνση» του Θεού είναι απαράδεκτη και ακατανόητη. Ας ιδούμε όμως τι ακριβώς μας λέει ο Άγιος και ας κατανοήσει ο καθένας μας ό, τι μπορεί, αφού ο χρόνος δε μας επιτρέπει αναλύσεις και σχολιασμούς.
   «Ας τολμήσουμε, λέει, να πούμε ετούτο χάριν της αλήθειας, ότι αυτός ο αίτιος των όλων εξαιτίας του καλού και αγαθού έρωτος για όλα από υπερβολή ερωτικής αγαθότητος βγαίνει έξω από τον εαυτό του με τις πρόνοιές του για όλα τα όντα. Και θέλγεται κατά κάποιον τρόπο από την αγαθότητα και την αγάπη και τον θείο έρωτα.
Από εκεί, που είναι πάνω από όλα και υψηλότερος απείρως από αυτά, κατεβαίνει σε όλα με εκστατική δύναμη υπερούσια, χωρίς να εξέρχεται ουσιαστικά από τον εαυτό του. Γι’ αυτό κι εκείνοι, που ξέρουν καλά τα θεία, τον αποκαλούν ζηλωτή, επειδή έχει πολύν αυτόν τον έρωτα προς τα όντα. Και επειδή γι’ αυτά προνοεί».
   Και επεξηγεί ο άγιος Ιερόθεος την έννοια του όρου έρως: «Τον έρωτα είτε θείον ειπούμε είτε αγγελικόν είτε νοερόν είτε ψυχικόν είτε ακόμη και φυσικόν, πρέπει να τον εννοήσουμε ως μία δύναμη που προξενεί ένωση. Και κινεί τα ανώτερα να προνοούν για τα κατώτερα, εκείνα που είναι της ίδιας σειράς τα κινεί να έχουν αμοιβαία συνοχή και κοινωνία, και τέλος κινεί τα κατώτερα να επιστρέψουν στα καλύτερα και ανώτερά τους».



Αρχιμανδρίτη Ευσέβιου Βίττη
Εμείς και η αγάπη μας
Εκδόσεις Μονής Οσίου Γρηγορίου
Άγιον Όρος 2012
(σελ. 47-64)

Επιμέλεια και μεταφορά στο Διαδίκτυο  Αναβάσεις