Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2017

Μονή Μεγίστης Λαύρας


Το μοναστήρι της Μεγίστης Λαύρας, το πρώτο και το μεγαλύτερο του Αγίου 'Ορους, είναι κτισμένο πάνω στο πλάτωμα ενός βράχου, εκεί που τελειώνει η χερσόνησος και ο ’θως κατεβαίνει ήρεμα προς τη θάλασσα σχηματίζοντας πολλούς καταπράσινους λοφίσκους. Βρίσκεται σε μικρή απόσταση, περίπου είκοσι λεπτά, από την παραλία, όπου ο αρσανάς του, και γιορτάζει την Κοίμηση του οσίου Αθανασίου του Αθωνίτη (5 Ιουλίου). ’λλες ονομασίες, με τις οποίες αναφέρεται σε παλαιότερα έγγραφα, είναι: «Λαύρα των Μελανών», «Λαύρα του κυρού Αθανασίου», «Λαύρα του αγίου Αθανασίου», «Μεγάλη Λαύρα» ή και απλώς «Λαύρα», λέξη που σημαίνει εδώ ένα πολυάνθρωπο μοναστήρι. Η ίδρυση του μοναστηριού συμπίπτει με τη συστηματοποίηση του μοναχισμού στο 'Ορος, μετά από μιαν ανοργάνωτη και ιδιότυπη ζωή των αγιορειτών ασκητών. Ιδρυτής του ο σοφός και ανακαινιστής μοναχός Αθανάσιος, που μόναζε πρώτα σε κάποιο μοναστήρι στον 'Ολυμπο της Βιθυνίας, τον καιρό που ηγούμενός του ήταν ο περίφημος Μιχαήλ Μαλείνος, θείος του Νικηφόρου Φωκά. Εκεί συνδέθηκε με στενή φιλία με τον αρχιστράτηγο τότε της Ανατολής και κατόπιν αυτοκράτορα Νικηφόρο, που του πρότεινε να εγκαταλείψει τον 'Ολυμπο και να έρθει στον ’θω, όπου αργότερα θα τον ακολουθούσε και ο ίδιος. Ο Αθανάσιος, αν και είχε στην αρχή ορισμένες επιφυλάξεις, θεμελίωσε τη Λαύρα το 963, στηρίζοντας βέβαια τις ελπίδες του στον φίλο του αυτοκράτορα .ως θέση διάλεξε το μέρος όπου πιθανόν να υπήρχε παλαιότερα η αρχαία πελασγική πόλη Ακρόθωοι. Σύμφωνα με τη βιογραφία του, που χρονολογείται στον 11 ο αιώνα, έκτισε πρώτα το τετράπλευρο τείχος γύρω γύρω, ύστερα το καθολικό και στη συνέχεια τις σειρές των κελλιών .
Για την ανέγερση, εξάλλου, και την αποπεράτωση του κολοσσιαίου αυτού έργου ο αυτοκράτορας έστελνε χρήματα συνέχεια μέχρι το θάνατό του, μια και δεν κατάφερε, παρά την αδιάκοπη επιθυμία του να έρθει εδώ και να ασκητέψει και ο ίδιος, όπως άλλωστε οι δύο άνδρες είχαν προσυμφωνήσει. Ακόμη προέβλεψε ιδιαίτερη χορηγία για τη συντήρηση των 80 πρώτων Λαυριωτών μοναχών και δώρισε στη Λαύρα διάφορα μετόχια, όπως το μοναστήρι των Περιστερών κοντά στη Θεσσαλονίκη, τεμάχια Τιμίου Ξύλου και αγίων λειψάνων και πολλά έργα τέχνης. Τη χρηματική βοήθεια του Φωκά συνέχισε ο διάδοχός του Ιωάννης Τσιμισκής, με τον οποίο ο Αθανάσιος διατηρούσε επίσης φιλικές σχέσεις. Ο Τσιμισκής διπλασίασε την ετήσια χορηγία για τις ανάγκες της νεοσύστατης μονής και έτσι τελείωσε το κτίσιμο της Λαύρας, που αποτέλεσε το υπόδειγμα και τον πυρήνα μιας καινούργιας μορφής μοναχικού βίου στον ’θω. Στη συνέχεια, χάρη στο ενδιαφέρον και των άλλων αυτοκρατόρων , ΤΟ μοναστήρι περνά μια καλή περίοδο της ζωής του. Ο αριθμός των μοναχών μέσα σ' αυτό άρχισε σιγά σιγά να μεγαλώνει και να ξεπερνά τους προαναφερθέντες 80, ενώ παράλληλα σταθεροποιήθηκε ο κοινοβιακός τρόπος λειτουργίας και ζωής στη Λαύρα και σε ολόκληρο το 'Ορος. Ιδιαίτερα βοήθησε το μοναστήρι ο Βασίλειος Β ., που επικύρωσε σ' αυτό το νησί του Αγίου Ευστρατίου και άλλα μετόχια και έκανε πολλές δωρεές. Τον Αθανάσιο, που έζησε μέχρι το τέλος του 100υ αιώνα, διαδέχθηκε στην ηγουμενία της Λαύρας ο Ευστράτιος, που υπογράφει σ' ένα έγγραφο του έτους 1016. Η Μεγίστη Λαύρα, όπως συνέβη και με τα άλλα αθωνικά μοναστήρια, παρουσιάζει σε ολόκληρη την ιστορία της πολλές μεταπτώσεις. ’λλοτε βρίσκεται σε ακμή και άλλοτε παρακμάζει μέχρι το σημείο σε κάποια εποχή να καταστεί σχεδόν έρημη. 'Ετσι από τα μέσα του 11ου αιώνα, οπότε είχε 700 περίπου μοναχούς, μέχρι τον 14ο, περνά μια πολύ καλή περίοδο της ζωής της. Από τον αιώνα όμως αυτό και εξαιτίας των καταστροφών από τις διάφορες πειρατικές επιδρομές, ανακόπηκε αυτή η ακμή της και παρατηρήθηκε μια κάποια χαλάρωση στην εφαρμογή των κανονισμών του Αθανασίου και στην κοινή διαβίωση των μοναχών .Ο αριθμός των Λαυριωτών άρχισε να μειώνεται αισθητά και στις αρχές του 16ου αιώνα διαθέτει πολύ λίγους. Αποτέλεσμα της καταστάσεως αυτής ήταν η μετατροπή του μοναστηριού για ένα χρονικό διάστημα σε ιδιόρρυθμο για να γίνει όμως ξανά κοινόβιο χάρη στις ενέργειες του πατριάρχη της Αλεξανδρείας Σιλβέστρου και της Ιεράς Συνάξεως (1574). Παρ' όλα όμως αυτά η παρακμή του συνεχίστηκε και συγκεκριμένα στις αρχές του 170υ αιώνα είχε μόνο 5 ή 6 μοναχούς, ενώ από οικονομική άποψη βρισκόταν σε άθλια κατάσταση σχεδόν μέχρι το 1655. Τότε ήρθε στη Λαύρα ο πατριάρχης Διονύσιος Γ ., που διέθεσε γι' αυτή ολόκληρη την περιουσία του και την ενίσχυσε οικονομικά. Στη συνέχεια το μοναστήρι γίνεται πάλι ιδιόρρυθμο. Από το τέλος όμως του 18ου αιώνα, όταν ο πατριάρχης Παίσιος Β .επικύρωσε ορισμένα παλαιά προνόμιά του, η ιστορία του παρουσιάζει μικρές μόνο διακυμάνσεις. Εκτός από τους παραπάνω πατριάρχες, κατά τους χρόνους της οθωμανικής κυριαρχίας, βοήθησαν τη Λαύρα με πολλούς τρόπους οι ηγεμόνες των παραδουναβίων χωρών και οι τσάροι της Ρωσίας.
Στη σημερινή του κατάσταση το μοναστήρι φαίνεται εξωτερικά σαν ένα συγκρότημα από πολυώροφα κτίρια τοποθετημένα ολόγυρα σε τετράπλευρο σχήμα, με μια μεγάλη αυλή στο κέντρο, όπου βρίσκεται το καθολικό και άλλα παρεκκλήσια, η τράπεζα, καθώς και διάφορα οικοδομήματα. Σε όλα αυτά δεσπόζει ο επιβλητικός και αρχαιοπρεπής πύργος του Τσιμισκή που είναι τετράγωνος και καταλαμβάνει τη νοτιοδυτική γωνία του Περιβόλου. Στην είσοδο του μοναστηριού υπάρχει ένα προστώο στηριγμένο πάνω σε τέσσερις κίονες. Εκτός όμως από την κύρια αυτή είσοδο υπάρχει και μια άλλη μικρή πύλη στη νότια πλευρά του. Πολλά κτίρια ή και ολόκληρες πτέρυγες ανακαινίστηκαν σε μεταγενέστερα χρόνια. έτσι στη νότια πλευρά υπάρχει ως χρονολογία κατασκευής το έτος 1769, στην ανατολική το 1862 κτλ. Τ ο καθολικό της Λαύρας είναι το πρώτο που κτίστηκε στο 'Ορος και σύμφωνα με αυτό κατασκευάστηκαν και όλα τα άλλα καθολικά των αγιορειτικών μοναστηριών. Πρόκειται για ένα σύνθετο τετρακιόνιο βυζαντινό ναό με δύο κόγχες στους χορούς των ψαλτών , δύο παρεκκλήσια, αριστερά και δεξιά της λιτής, και διπλό νάρθηκα, δηλαδή λιτή (εσωνάρθηκα) και εξωνάρθηκα. Ο ναός βρίσκεται στο κέντρο περίπου της μεγάλης αυλής και τιμάται, ίσως από τον 15ο αιώνα, στην κοίμηση του οσίου Αθανασίου. ο Αθωνίτης έκτισε και αφιέρωσε το ναό από την αρχή στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Ο ναός τοιχογραφήθηκε από τον μεγάλο Κρητικό ζωγράφο Θεοφάνη το έτος 1535. Οι τοιχογραφίες αυτές θεωρούνται η πιο καλή εργασία του ώριμου πια καλλιτέχνη και από τις πιο αξιόλογες του Αγίου 'Ορους. Οι δύο νάρθηκες τοιχογραφήθηκαν πολύ αργότερα ( 1854 ) με έξοδα του αρχιμανδρίτη Βενιαμίν . Δεξιά και αριστερά της λιτής διαμορφώνονται δύο παρεκκλήσια, του αγίου Νικολάου και των 40 Μαρτύρων, Από αυτά, το πρώτο έχει τοιχογραφίες του ζωγράφου Φράγκου Κατελάνου (1560), που είναι σύγχρονος και μαθητής ίσως των μεγάλων Κρητικών ζωγράφων , αλλά η τέχνη του διαφέρει πολύ από εκείνη της Κρητικής σχολής, Στο άλλο παρεκκλήσι, των 40 Μαρτύρων , σώζεται ο τάφος του Αθανασίου με το λείψανό του, σκεπασμένος με ένα ύφασμα που φέρει την εικόνα του αγίου. Επίσης στο ίδιο παρεκκλήσι φυλάσσονται δύο αξιόλογες φορητές εικόνες, η μία του Χριστού και η άλλη της Θεοτόκου με την επωνυμία Οικονόμισσα, Οι τοιχογραφίες του, που ανήκαν στον 16ο αιώνα, επιζωγραφήθηκαν το 1854. Εκτός από τα δύο αυτά παρεκκλήσια του καθολικού, η Λαύρα διαθέτει 15 ακόμη μέσα στον περίβολό της, από τα οποία του αγίου Γεωργίου είναι εικονογραφημένο' από τα υπόλοιπα τα πιο σπουδαία είναι του αγίου Αθανασίου, δίπλα στο σκευοφυλάκιο, όπου σώζονται η σιδερένια ράβδος και ο επίσης σιδερένιος βαρύς σταυρός του, και της Παναγίας της Κουκουζέλισσας με την ομώνυμη εικόνα της Θεοτόκου. Επίσης υπάγονται σ' αυτήν άλλα 19 παρεκκλήσια έξω στα εξαρτήματά της και 5 καθίσματα καθώς, και 40 κελλιά στους οικισμούς Κερασιά, Μορφωνού, Προβάτα και στις Καρυές. 'Εξω από την κύρια είσοδο του καθολικού υπάρχει η φιάλη του αγιασμού, που είναι η πιο μεγάλη στο ’γιον 'Ορος. Περιβάλλεται από μια σειρά κίονες, που τα κενά μεταξύ τους διαστήματα φράζονται με πολύ ενδιαφέροντα γλυπτά θωράκια και κοσμείται με νεότερες τοιχογραφίες σχετικές με τον αγιασμό των υδάτων .Δίπλα της υψώνεται περήφανο ένα χιλιόχρονο κυπαρίσσι, που λένε ότι το φύτεψε ο ίδιος ο όσιος Αθανάσιος. Πιο δυτικά και απέναντι ακριβώς από την είσοδο του καθολικού βρίσκεται η κοινή τράπεζα, με επίσης αξιόλογες τοιχογραφίες των Κρητικών ζωγράφων. Από τις παραστάσεις της ξεχωρίζουν ο Μυστικός Δείπνος, η Ουρανοδρόμος Κλίμαξ, η Δευτέρα Παρουσία, η Ρίζα του Ιεσσαί και οι 24 Οίκοι του Ακαθίστου 'Υμνου, καθώς και πολλές άλλες σκηνές από τη ζωή της Θεοτόκου και πολλών αγίων και ασκητών . Επίσης σημειώνουμε ιδιαίτερα εδώ τα πορτραίτα των Ελλήνων φιλοσόφων: Φίλωνα, Σόλωνα, Πυθαγόρα, Σωκράτη, Αριστοτέλη, Θαλή, Γαληνού, Πλάτωνα και Πλουτάρχου. Πλουσιότατο είναι το σκευοφυλάκιο του μοναστηριού, που βρίσκεται σε ανεξάρτητο κτίσμα πίσω από το καθολικό στο ανατολικό μέρος της αυλής. Από τα πολλά κειμήλιά του τα πιο σπουδαία είναι το στέμμα και ο λεγόμενος σάκκος του Νικηφόρου Φωκά, μια αρχαία φαρέτρα (θήκη για βέλη), καλύμματα εντύπων Ευαγγελίων , ιερά άμφια και εκκλησιαστικά σκεύη, σταυροί, εγκόλπια, ’για Ποτήρια, πολύ αξιόλογες φορητές εικόνες κ.ά., ενώ στο καθολικό φυλάσσονται τεμάχια από το Τίμιο Ξύλο και από τα λείψανα πολλών αγίων . Η βιβλιοθήκη της Λαύρας, που στεγάζεται πλάι στο σκευοφυλάκιο, στο ίδιο κτίριο, θεωρείται η πλουσιότερη μέσα στο ’γιον 'Ορος. Περιέχει πάνω από 2.500 χειρόγραφα, από τα οποία τα 470 καθώς και 50 ειλητάρια είναι περγαμηνά. Από αυτά ξεχωρίζουν ορισμένα εικονογραφημένα χειρόγραφα με πλούσια κοσμήματα και παραστάσεις (όπως τα: Α 76, Α 86, Α 111 , Ω 75) και το Ευαγγέλιο το λεγόμενο του Φωκά στο σκευοφυλάκιο. Ακόμη σε άλλο τμήμα της βιβλιοθήκης υπάρχουν πάνω από 20.000 έντυπα βιβλία, ανάμεσα στα οποία και πολλά αξιόλογα αρχέτυπα. Η Μεγίστη Λαύρα από την ίδρυσή της μέχρι σήμερα κατέχει την πρώτη θέση μεταξύ των 20 μοναστηριών του ’θω. Ακολουθεί τον κοινοβιακό τρόπο ζωής και αριθμεί τη στιγμή αυτή 420 συνολικά μοναχούς, από τους οποίους οι 50 μένουν μέσα στο μοναστήρι και οι υπόλοιποι 370 έξω από αυτά στα πολλά και διάφορα εξαρτήματά του. Στη Μεγίστη Λαύρα υπάγονται και οι εξής τρεις σκήτες: Αγίας ’ννας, Καυσοκαλυβίων και Προδρόμου, καθώς και οι οικισμοί στην 'Ερημο, δηλαδή ο ’γιος Βασίλειος, η Μικρή Αγία ’ννα, τα Κατουνάκια και τα Καρούλια. 'Ολα αυτά βρίσκονται στη νοτιοδυτική πλευρά της αθωνικής χερσονήσου, μετά το μοναστήρι του Αγίου Παύλου και τη Νέα Σκήτη ταξιδεύοντας προς τη Λαύρα. Αγία ’ννα. Ελληνική, ιδιόρρυθμη σκήτη, η μεγαλύτερη και αρχαιότερη στο ’γιον 'Ορος,είναι κτισμένη πάνω σε μια πλαγιά με άφθονα νερά και πλούσια βλάστηση στους δυτικούς πρόποδες του ’θω, αμέσως μετά τη Νέα Σκήτη και λίγο προτού φτάσουμε στην 'Ερημο. Η ζωή της σκήτης αυτής κανονικά αρχίζει από τον 170 αιώνα, αλλά υπήρχε και νωρίτερα με λίγα ερημητήρια. Σήμερα αποτελείται από 51 , όχι όλες κατοικημένες, καλύβες και το κυριακό της που ανοικοδομήθηκε στα 1752-55 και τοιχογραφήθηκε το 1757. μέσα σ' αυτό φυλάσσεται το αριστερό πόδι της αγίας ’ννας, της μητέρας της Θεοτόκου. Η σκήτη τέλος διαθέτει καλή σχετικά βιβλιοθήκη που περιέχει 1 00 περίπου, στην πλειονότητά τους χάρτινα, μεταγενέστερα χειρόγραφα. Κουσοκολύβιο. Ελληνική, ιδιόρρυθμη σκήτη, με 40 καλύβες, από τις οποίες μερικές χωρίς ναό και οι πιο πολλές σήμερα ακατοίκητες. Βρίσκεται μετά την 'Ερημο, προς την κατεύθυνση της Λαύρας, πάνω σε βράχους κοντά στη θάλασσα και πήρε το όνομά της από κάποιον ασκητή Μάξιμο, που ήρθε και έκτισε εδώ την καλύβα του (140ς αι.) και που κάθε φορά την έκαιγε, όταν έβλεπε ότι τον πλησίαζαν και άλλqι μοναχοί και προχωρούσε πιο ψηλά στο βουνό. Το κυριακό της σκήτης κτίστηκε το 1745 και ο νάρθηκάς του το 1804 με τοιχογραφίες του 1820. Στη σκήτη σώζονται 50 περίπου χειρόγραφα, όλα χάρτινα, νεώτερα. Του Τιμίου Προδρόμου. Ελληνικό κελλί στο όνομα του Προδρόμου, πουλήθηκε στα μέσα περίπου του 190υ αιώνα σε δύο Μολδαβούς μοναχούς. Το έτος 1857 ανυψώθηκε σε σκήτη και σιγά σιγά αναγνωρίστηκε ως ρουμανική από την εθνικότητα των μοναχών της. Βρίσκεται ανάμεσα στην προηγούμενη σκήτη και τη Λαύρα και είναι κτισμένη πάνω σε ένα λοφίσκο 250 περίπου μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Εξωτερικά δίνει την εντύπωση ενός πολύ γερού οικοδομικού συγκροτήματος με τετράπλευρο σχήμα και το κυριακό στο μέσο της αυλής, που εγκαινιάστηκε το έτος 1866 στο όνομα του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Ακολουθεί το κοινοβιακό σύστημα διαβιώσεως, σύμφωνα με τα αντίστοιχα μοναστήρια, και αριθμεί γύρω στους 10 Ρουμάνους μοναχούς. 'Ερημος. Παραπλέοντας τον ’θω στην πλευρά αυτή συναντάμε την 'Ερημο, μετά τη σκήτη της Αγίας ’ννας. Εδώ υπάρχουν οι εξής μοναστικοί οικισμοί: η Κερασιά, ο ’γιος Βασίλειος, η Μικρή Αγία ’ννα, τα Κατουνάκια και τα φοβερά Καρούλια. Πρόκειται για τέσσερις μοναχικές ομάδες ή ενότητες, που δεν έχουν σχέση μεταξύ τους. Και τούτο γιατί ο τόπος εδώ είναι πολύ άγριος, γεμάτος από απόκρημνους βράχους, και δεν μπορεί κανείς να πλησιάσει τις απομονωμένες καλύβες των οικισμών αυτών .Οι ασκητές ή ερημίτες, που αποτελούν τους κατοίκους τους, είναι βυθισμένοι νύκτα και μέρα στην προσευχή, στην ψυχική και πνευματική άσκηση, χωρίς κανένα σύνδεσμο με τα εγκόσμια, παραμελώντας εντελώς τη φροντίδα του σώματος. Υμνούν και δοξάζουν συνέχεια τον Θεό, που έκαμε τον κόσμο, και παρακαλούν πάντοτε για τη σωτηρία τη δική τους και γενικά όλων των ανθρώπων.

Μονή Κουτλουμουσίου


Το μοναστήρι αυτό βρίσκεται πάνω σε μια θαυμάσια πλαγιά γεμάτη από δένδρα και πυκνούς θάμνους, κοντά στις Καρυές, και είναι αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος (6 Αυγούστου). ’λλες ονομασίες του μοναστηριού είναι: «Μονή του βοεβόδα», «Λαύρα των Ρουμανικών χωρών» και «Μονή του Χαρίτωνος». Σχετικά με την ονομασία που επικράτησε μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει για την ώρα μια τελική και γενικά παραδεκτή εξήγηση. Οι ερευνητές διαφωνούν ακόμη μεταξύ τους και προτείνουν πολλές και διάφορες γνώμες για την ιστορικοφι λολογική ερμηνεία της λέξεως. Οι περισσότεροι ακολουθώντας βασικά την άποψη του Ουσπένσκυ, δέχονται την ίδρυσή του από ένα Τούρκο με το όνομα Κουτλουμούς, που έζησε στο τέλος του 130υ αιώνα και έγινε χριστιανός με το νέο όνομα Κωνσταντίνος. Αναφέρουμε απλώς εδώ ότι σε έγγραφο της μονής, που είδαμε τελευταία και όπου επιχειρείται η μετάφραση πολλών τουρκικών όρων, η λέξη κουτλουμούς αντιστοιχεί προς «τον εξ Αιθιοπίας άγιον». Από έγγραφο όμως του αγίου Παντελεήμονος με τη χρονολογία 1169, όπου υπογράφει και ο ιερομόναχος ΗσαΙας «κε καθιγούμενος τής μονής Κουτλουμούσι», βγαίνει το συμπέρασμα ότι από τον 120 κιόλας αιώνα υπήρχε ένα μοναστήρι στον ’θω με το παραπάνω όνομα, που φυσικά θα πρέπει να ταυτιστεί με το σημερινό Κουτλουμούσι. Επομένως η προηγούμενη υπόθεση μπορεί να σταθεί μόνο αν παραδεχθούμε ότι ο Κουτλουμούς αυτός ήταν ένας αρχηγός των Αράβων , που έζησε στον 11 ο αιώνα και ίδρυσε το μοναστήρι την εποχή αυτή ή λίγο αργότερα, πάντως πιο νωρίς από το έτος 1169. ’λλοι ερευνητές εξάλλου, που ασχολούνται γενικά με την ιστορία του Αγίου 'Ορους, προβάλλοντας τα ανάλογα επιχειρήματά τους, τοποθετούν την ίδρυση του μοναστηριού άλλοτε στον 10o και άλλοτε στον 11ο αιώνα.
Τον 12o αιώνα το μοναστήρι του Κουτλουμουσίου κατείχε την εικοστή θέση ανάμεσα στα άλλα μοναστήρια της εποχής εκείνης και μαθαίνουμε ότι περνούσε μεγάλη οικονομική κρίση, που συνεχίστηκε μέχρι τις αρχές του 14oυ, οπότε δέχθηκε το τελειωτικό κτύπημα από τους φοβερούς Καταλανούς, που επιτέθηκαν εναντίον του και το καταλήστευσαν. Μπροστά στην κατάσταση αυτή και για να μπορέσει να επιζήσει το μοναστήρι τού παραχωρήθηκαν οι σχεδόν διαλυμένες μονές του Προφήτη Ηλία και του Σταυρονικήτα, καθώς και οι αρχαίες μονές του Αναπαυσά και του Φιλαδέλφου με πράξη του Πρώτου Ισαάκ (1334). Το Κουτλουμούσι γνώρισε μεγάλη ακμή τον καιρό που ηγούμενός του ήταν ο Χαρίτων από την ιμβρο, που έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για το μοναστήρι και φρόντισε πολύ για τις διάφορες ανάγκες του και ιδίως για την ανοικοδόμησή του. Για το σκοπό αυτό ταξίδευσε πολλές φορές στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, όπου κατόρθωσε να συγκεντρώσει πολλά χρήματα, με τα οποία ανακαίνισε ολόκληρο σχεδόν το μοναστήρι με το τείχος του και έκτισε τον αρσανά του. Από τους ηγεμόνες των χωρών αυτών το μοναστήρι ενίσχυσε ιδιαίτερα ο Ιωάννης Βλαδισλάβος και γι' αυτό δικαιολογημένα θεωρείται ένας από τους κτίτορές του. στην εποχή του, β .μισό 14oυ αιώνα, άρχισαν να έρχονται εδώ και πολλοί συμπατριώτες του μοναχοί, που όμως δεν ήταν εύκολο να προσαρμοστούν στην αυστηρή ζωή των Ελλήνων και στους αυστηρούς επίσης κανονισμούς του κοινοβίου. Γι' αυτό μετά την ανέγερση του μοναστηριού ο παραπάνω ηγεμόνας υποχώρησε στις απαιτήσεις του και ζήτησε από τον Χαρίτωνα να μετατρέψει αυτό από κοινόβιο σε ιδιόρρυθμο. Αυτό φυσικά δεν ήταν δυνατό να γίνει, αλλά για να μη σταματήσει η οικονομική ενίσχυση του Βλαδισλάβου, ο Χαρίτων έκανε μια μικρή υποχώρηση επιτρέποντας στους Ρουμάνους να ζουν σύμφωνα με τους κανόνες του ιδιορρύθμου συστήματος και μάλιστα ο καθένας με δικά του έξοδα. 'Ετσι κτίστηκε το καθολικό και η τράπεζα και εξασφαλίστηκε για αρκετό διάστημα η συντήρηση και λειτουργία του μοναστηριού. Παράλληλα όμως ο αριθμός των Βλάχων αυξανόταν σημαντικά, με αποτέλεσμα, έχοντας και την υποστήριξη από τους ηγεμόνες τους, να επιδιώκουν με κάθε τρόπο την κυριαρχία τους πάνω στους 'Ελληνες μοναχούς και την απομάκρυνσή τους ακόμη. Παρ' όλα αυτά δεν μπόρεσαν να πραγματοποιήσουν τα σχέδιά τους χάρη στη σθεναρή στάση και την επίμονη άρνηση του Χαρίτωνα, που επισκέφθηκε ο ίδιος τον ηγεμόνα Ιωάννη και συζήτησε μαζί του για το θέμα που δημιουργήθηκε. Καρπός από την προσπάθειά του αυτή ήταν μια γραπτή διαβεβαίωση που πήρε από τον ηγεμόνα για το προβάδισμα των Ελλήνων και την αποκλειστικότητα να εκλέγονται οι ηγούμενοι μόνο από αυτούς. Γενικά οι σχέσεις των μοναχών μεταξύ τους καθορίστηκαν , όπως φαίνεται καθαρά, στην τρίτη διαθήκη του ηγεμόνα. Το 1372 ο Χαρίτων έγινε μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας, αλλά συνέχισε να υπηρετεί το Κουτλουμούσι ως ηγούμενός του. Μετά το θάνατό του τον διαδέχθηκε στην ηγουμενία ο Βλάχος Μελχισεδέκ, που αιχμαλωτίστηκε όμως από τους Τούρκους. Το αποκορύφωμα της λαμπρής αυτής περιόδου αποτέλεσε η ανακήρυξη του μοναστηριού σε πατριαρχικό και σταυροπηγιακό από τον πατριάρχη Αντώνιο, το 1393. Στις αρχές του 15oυ αιώνα οι Κουτλουμουσιανοί μοναχοί με το πρόσχημα ότι δεν χωρούσαν πια μέσα στο μοναστήρι τους, κατέλαβαν ξαφνικά το γειτονικό μοναστήρι του Αλυπίου, που ήταν σχεδόν έρημο. Για να νομιμοποιήσουν , εξάλλου, την πράξη τους αυτή επισκέφθηκαν τον πατριάρχη Ιωσήφ Β ., που επικύρωσε με σιγίλλιό του (1428) την ένωση των δύο μοναστηριών, αλλά με ορισμένους όρους, που ευνοούσαν οπωσδήποτε τη μονή Αλυπίου, μια και ο ίδιος έτυχε να προέρχεται από αυτή. Οι όροι όμως αυτοί έμειναν μόνο στα χαρτιά χωρίς να εφαρμοστούν και στην πράξη και το μοναστήρι του Αλυπίου προσαρτήθηκε από τότε στο Κουτλουμούσι ως μετόχι του. σήμερα ταυτίζεται με το κελλί των αγίων Αποστόλων. Αποτέλεσμα της ενώσεως αυτής ήταν να αποκτήσει το Κουτλουμούσι μεγάλη δύναμη και να γίνει ένα από τα σπουδαιότερα μοναστήρια του Αγίου 'Ορους. Αυτοκράτορες και ηγεμόνες περνώντας από αυτό όλο και κάτι είχαν να του προσφέρουν . Την ακμή όμως αυτή του μοναστηριού διαδέχθηκε από τα μέσα του 150υ αιώνα η παρακμή και κατόπιν η ολοκληρωτική σχεδόν καταστροφή του από τη μεγάλη πυρκαγιά του έτους 1497. Για να μπορέσει κάπως να αναλάβει, ενίσχυσαν το Κουτλουμούσι ή όπως ονομαζόταν τότε «Λαύρα της Ρουμανικής χώρας», οι ηγεμόνες των παραδουναβίων χωρών με πολλούς τρόπους. Κάποτε όμως σταμάτησε η βοήθεια από τους ηγεμόνες αυτούς και άρχισαν να φροντίζουν πια για το μοναστήρι 'Ελληνες αξιωματούχοι ή απλώς φιλόχριστοι και ευσεβείς. Το 1767, δυστυχώς, συνέβη ακόμη μια φοβερή πυρκαγιά, που κατέστρεψε την ανατολική πλευρά του μοναστηριού. Τη φορά αυτή ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Ματθαίος Γ ., όντας προηγουμένως Κουτλουμουσιανός μοναχός, ήρθε εδώ μετά την παραίτησή του από τον πατριαρχικό θρόνο και φρόντισε yLQ την ανόρθωση του μοναστηριού, διαθέτοντας για το λόγο αυτό ολόκληρη την ατομική του περιουσία. Το έτος 1856, με σιγίλλιο του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου Ζ ' , το μοναστήρι του Κουτλουμουσίου επέστρεψε στον κοινοβιακό τρόπο ζωής, αφού πέρασε πολλούς αιώνες ως ιδιόρρυθμο, Το ίδιο έτος, καθώς και το 1870, νέες πυρκαγιές κατέστρεψαν το μεγαλύτερο μέρος του εξωτερικού τείχους και πολλές άλλες οικοδομές στις τρεις πλευρές, δυτική, βόρεια και νότια. Ευτυχώς, από τις πυρκαγιές αυτές διασώθηκαν το καθολικό, η βιβλιοθήκη, ιερά άμφια και εκκλησιαστικά σκεύη. Και μετά όμως από τη δοκιμασία αυτή άρχισαν οι επισκευές στο μοναστήρι και ιδιαίτερα χάρη στις προσπάθειες του ικανού ηγουμένου του Μελετίου από τη Λευκάδα. Τ ο καθολικό του μοναστηριού κτίστηκε στο μέσο της αυλής το έτος 1540, όταν ήταν ηγούμενος ο Μάξιμος. Ακολουθεί το σχήμα των άλλων καθολικών του Αγίου 'Ορους με 5 τρούλλους στη μολυβοσκέπαστη στέγη του, από τους οποίους ο κεντρικός είναι πολύ μεγαλύτερος και υψηλότερος η στέγη στη λιτή και στον εξωνάρθηκα είναι πολύ χαμηλότερη από αυτή του κυρίως ναού. Η τοιχογράφηση του καθολικού έγινε σύγχρονα με την ίδρυσή του ή λίγο αργότερα από αγιογράφους σίγουρα της Κρητικής σχολής. σήμερα δυστυχώς οι αξιόλογες αυτές τοιχογραφίες έχουν επιζωγραφηθεί στο μεγαλύτερο μέρος τους .Το 1744 ιστορήθηκε ο υαλόφρακτος εξωνάρθηκας με έξοδα του ιερομόναχου Ησαια. Το ξυλόγλυπτο μεταβυζαντινό τέμπλο του ναού κατασκευάστηκε στις αρχές του 19oυ αιώνα με επάλληλες ζώνες και πλούσιο φυτικό διάκοσμο, καθώς και διάφορες σκαλισμένες επάνω στο ξύλο παραστάσεις κάτω από τις δεσποτικές εικόνες. Μέσα στο ναό και σε διάφορα σημεία του υπάρχουν επίσης 150 περίπου φορητές εικόνες, από τις οποίες μερικές είναι πολύ αξιόλογες Δυτικά και απέναντι από την πρόσοψη του καθολικού βρίσκεται η τράπεζα του μοναστηριού, που την έκτισε ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Ματθαίος Γ ' , και πλάι σ' αυτήν η φιάλη του αγιασμού, νεότερη (1813) τέλος σε ανεξάρτητο κτίσμα υψώνεται ο πύργος του κωδωνοστασίου (1808). Εκτός όμως από τον κεντρικό του ναό το Κουτλουμούσι διαθέτει και πολλά παρεκκλήσια. Από αυτά το σπουδαιότερο είναι της Φοβεράς Προστασίας, ενσωματωμένο στο αριστερό μέρος της λιτής του καθολικού, που κτίστηκε το 1733 από κάποιο Νικηφόρο Μέσα σ' αυτό φυλάσσεται η ομώνυμη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας με τον Χριστό -βρέφος -στο αριστερό της χέρι να κοιτάζει προς τα επάνω, όπου παριστάνονται τα όργανα του Πάθους γύρω γύρω από την κεντρική αυτή παράσταση εικονίζονται διάφοροι προφήτες. ’λλα παρεκκλήσια μέσα στο μοναστήρι είναι της Αγίας Ναταλίας στο αρχονταρίκι, τοιχογραφημένο, των αγίων Αναργύρων, των Αγίων Πάντων, του Αγίου Σπυρίδωνος, του Προδρόμου και των Αρχαγγέλων, ενώ έξω από αυτό τρία, του Αγίου Τρύφωνα, του Αγίου Νικολάου και των Αρχαγγέλων. σε όλα αυτά υπάρχουν μόνο φορητές εικόνες. Στο ίδιο μοναστήρι ανήκουν επίσης 18 κελλιά, από τα οποία του Τιμίου Προδρόμου στις Καρυές είναι εκείνο που έμενε ο ζωγράφος Διονύσιος από τη Φουρνά, καθώς και τρία ησυχαστήρια στον οικισμό της Καψάλας. Στο Κουτλουμούσι υπάγεται τέλος και η ιδιόρρυθμη, ελληνική σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος, κοντά σ' αυτό, που αποτελείται από 23 καλύβες διασκορπισμένες μέσα στο δάσος οι δύο σήμερα είναι ερειπωμένες. Η συγκρότησή του οφείλεται σε κάποιον ιερομόναχο Χαράλαμπο το 1785, που έκτισε και το κυριακό της, επάνω στο παλαιότερο μικρό κελλί του αγίου Παντελεήμονος (1790). στην αυλή του υψώνεται το κωδωνοστάσιο και ένα πολύ ψηλό και παμπάλαιο κυπαρίσσι. Η σκήτη διαθέτει και βιβλιοθήκη, που περιέχει 40 περίπου χειρόγραφα, τα περισσότερα νεότερα χάρτινα, και 500 έντυπα βιβλία. Στο σκευοφυλάκιο του μοναστηριού φυλάσσονται πολύ ενδιαφέρουσες φορητές εικόνες, ιερά άμφια, εκκλησιαστικά σκεύη, σταυροί και πολλά άλλα κειμήλια. Επίσης στο ιερό βήμα του καθολικού καλά διακοσμημένες λειψανοθήκες περιέχουν 200 περίπου τεμάχια από λείψανα 70 αγίων . Η βιβλιοθήκη στεγάζεται σε ιδιαίτερη ασφαλή αίθουσα δίπλα στο σκευοφυλάκιο. Περιέχει 662 χειρόγραφα, από τα οποία τα 100 σε περγαμηνή, πολλά παλαιά έγγραφα και γύρω στις 3.500 έντυπα βιβλία. Από τα χειρόγραφα μερικά είναι εικονογραφημένα με πλούσια διακόσμηση και πολύ αξιόλογες μικρογραφίες (αριθμ. 60, 61 , 62, 29, 100, 412 κτλ.). Το μοναστήρι του Κουτλουμουσίου κατέχει την έκτη θέση στη σειρά των αθωνικών μοναστηριών και, καθώς σημειώσαμε παραπάνω, ακολουθεί το κοινοβιακό σύστημα διαβιώσεως από το 1856. Αριθμεί συνολικά 70 περίπου μοναχούς μέσα και έξω από αυτό.

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2016

Διδασκαλία του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή Καθηγητή Δημητρίου Τσελεγγίδη | Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ.




Διδασκαλία του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή
ΤΟ ΔΟΓΜΑΤΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΗΣ ΑΣΚΗΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΗ*


Καθηγητή Δημητρίου Τσελεγγίδη | Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ.

Εισαγωγικά
     Ευθύς εξαρχής θα πρέπει να υπενθυμήσουμε, ότι τα κείμενα του γέροντα Ιωσήφ απευθύνονται σε πιστούς, που είναι συνειδητά ενταγμένοι στην Εκκλησία, και επομένως είναι δεδομένη μυστηριακή ζωή τους.
     Από τη μελέτη των κειμένων του γέροντα Ιωσήφ προκύπτει σαφώς, ότι η ασκητική ζωή και διδασκαλία του Αθωνίτη Ησυχαστή είναι θεμελιωμένη στη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας. Κύρια χαρακτηριστικά της διδασκαλίας του είναι, ότι αυτή εναρμονίζεται απόλυτα με το Ορθόδοξο δόγμα και ότι αναδύεται μέσα από την προσωπική βιωματική εμπειρία του. Ο ίδιος εμφανίζεται ως άριστος διδάσκαλος και καθοδηγητής της εν Χριστώ ασκητικής ζωής ως « εν πείρα και πράξει διδάκτορας»1, ο οποίος έμαθε εμπειρικώς και βιωματικώς, αφού «έπαθε» θεοπρεπώς τα θεία, οπότε και αναδείχθηκε αληθινά θεοδίδακτος2. Ο λόγος του έχει αποδεικτικόχαρακτήρα3 και ταυτίζεται με το φρόνημα των διαχρονικώς «φερομένων υπό του Αγίου Πνεύματος»4. Επ' αυτού είναι διαφωτιστική και η μαρτυρία του ίδιου, ότι τα κείμενά του γράφονταν μετά από πολύωρη νοερά προσευχή
5.
    
Ολόκληρη η ύπαρξη και η ζωή του ήταν σταθερά προσανατολισμένη στο Θεό6, πράγμα που συνέβαλε στη διαμόρφωση της δογματικής συνειδήσεώς του και κατ' επέκταση στη θεολογική υποδομή της ασκητικής ζωής και διδασκαλίας του. Η θεολογική αυτή υποδομή του γέροντα Ιωσήφ δεν εκφράζεται με θεολογικούς και ακαδημαϊκούς όρους, υποδουλώνεται όμως σαφώς μέσα από τον απλό αυθόρμητο, και εκκλησιαστικά βιωμένο λόγο του. Άλλωστε, επειδή η ασκητική ζωή του π. Ιωσήφ έχει θεολογικές προϋποθέσεις και ειδικότερα δογματικό υπόβαθρο, καθίσταται ακόμη περισσότερο σημαντική, και εκκλησιαστικά περισσότερο αξιόπιστη η διδασκαλία του.

α) Η Αποκάλυψη του Θεού
     Ο γέροντας Ιωσήφ βιώνει την Αποκάλυψη του Θεού στην κτίση και στην Εκκλησία ως χαρισματική εμπειρία της παρουσίας του ίδιου του Θεού, ως φανέρωσή του δια των ακτίστων ενεργειών του, ως μία συνεχή δηλαδή, Θεοφάνεια. Θεμελιώδης προϋπόθεση γι' αυτή τη Θεοφάνεια αποτελεί η τήρηση των εντολών του. Η τήρηση, μάλιστα, της πρώτης εντολής, που συνοψίζει και όλες τις άλλες, ελκύει τον Τριαδικό Θεό στην καρδιά του πιστού: « Τότε θα έλθη μέσα σου ο Χριστός», σημειώνει ο γέροντας Ιωσήφ, «όπου είναι ο Λόγος, συν τω Πατρί και τω πνεύματι, και μονήν υπεσχέθη, και έσει ναός»7. Στην πράξη αυτό μεταφράζεται ως βίωση «εν πάση αισθήσει» της παρουσίας της άκτιστης θεοποιού Χάριτος και ως θέα του αρρήτου κάλλους του Παραδείσου8.

ΕΦΡΑΙΜ ΑΡΙΖΟΝΑΣ-ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΟΥ


Γεροντας Ιωσηφ ο ησυχαστης.wmv


Σάββατο 7 Μαρτίου 2015

π.Θεόδωρος Ζήσης - Ο Άγ. Γρηγόριος Παλαμάς για τον Πάπα και οι φιλοπαπικ...

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς για τον Πάπα και οι φιλοπαπικοί των ημερών μας
Ομιλεί  π.Θεόδωρος



trelogiannis.

ΣΧΟΛΙΟ: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΡΠΟΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ. Τελικώς είναι τό μόνο πού ξεχάσαμε. Δέν διδάσκεται ούτε στήν τριτοβάθμιο ούτε στήν δευτεροβάθμιο εκπαίδευση.  Η θεολογία αυτή μπορεί νά είναι στήν καλύτερη περίπτωση Προτρεπτική. Δέν είναι Παπική η νέα αίρεση. Ανήκει στούς Ρώσους εμιγκρέδες, μερικοί εκ' τών οποίων, εις δόξαν τής άγνοιάς μας, θεωρούνται δάσκαλοι ορθοδοξίας. Οι μόνοι επιζήσαντες παπικοί είναι οι οργανωσιακοί, όπως οι εν' λόγω τής Κορίνθου. Οπως ο Ζήσης ο ίδιος.

Αμέθυστος

Η ΑΠΛΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΠΑΛΑΜΑ


                   
Η Απλότητα του Θεού κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά
Πρωταρχικό γνώρισμα του Θεού είναι η απλότητα. Αν ο Θεός δεν είναι απλός αλλά σύνθετος εκ διαφόρων μερών, τότε τα μέρη αυτά πρέπει να προηγούνται του Θεού. Ένας τέτοιος όμως Θεός δεν είναι αίτιος και δημιουργός των πάντων δεν είναι πραγματικός Θεός, αρχή των πάντων. Ως αρχή των πάντων ο Θεός δεν πρέπει να είναι σύνθετος αλλά απλός. Επιπλέον δεν είναι μόνο απλός, αλλά «και των απλουμένων απλότης και των ενιζομένων ενότης»[i].
Έτσι, χωρίς να εξέρχεται ποτέ από την αμερή απλότητά του, είναι όλος παρών «αμερώς τε και αμερίστως» σε όλα και στο καθένα από τα όντα»[ii]. Ο Θεός, λέει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, δεν είναι κάποιο μεγάλο σώμα, που αδυνατεί εξαιτίας του με­γέθους του να χωρέσει σε μικρό χώρο, αλλά είναι ασώματος. Γι’ αυτό «και πανταχού δύναται είναι και υπέρ το παν και εν ενί». Και αν φέρει κάποιος στον νου του το μικρότερο πράγμα, και σε αυτό μπορεί όλος να χωρέσει[iii].
Ο άνθρωπος δεν είναι απλός αλλά σύνθετος. Και αυτό δεν οφείλεται πρωτίστως στο ότι αποτελείται από σώμα και ψυχή ή έχει πολλά στοιχεία και όργα­να, αλλά στο ότι έχει πολλές ανάγκες, είναι «προσδεής». Η ύπαρξη και συντή­ρησή του έχει ανάγκες από πολλά πράγματα που βρίσκονται έξω από τον εαυτό του. Γι’ αυτό άλλωστε χρειάζεται και πολλές αισθήσεις, ώστε να έρθει σε επαφή με τα πράγματα αυτά, να τα γνωρίσει, να τα προσλάβει και να ωφεληθεί από αυτά.
Αλλά και ο Θεός δεν είναι απλός και ασύνθετος ως κάποια αδιαφοροποίητη ουσία ή ως «καθαρά ενέργεια», όπως τον εξέλαβε ο Αριστοτέλης και ως ένα βαθμό η σχολαστική θεολογία. Η φιλοσοφική αυτή έννοια της απλότητας είναι ξένη προς την βιβλική και την πατερική παράδοση. Ο Θεός είναι απλός, επειδή είναι «απροσδεής», επειδή δηλαδή διαθέτει τα πάντα και δεν έχει κα­μία ανάγκη συμπληρώσεως ή προσλήψεως. Άλλωστε και το αρχικό γράμμα της λέξεως «απλός» είναι αθροιστικό και όχι στερητικό. Έτσι βλέπουμε και στην Καινή Διαθήκη ότι απλός είναι ο ακέραιος, ο γενναιόδωρος, σε αντίθεση προς τον πονηρό ή τον δίψυχο[iv].
Ο Θεός είναι απλός, μολονότι είναι Τρισυπόστατος. Είναι απλός, μολονότι διακρίνεται σε ουσία και ενέργεια. Είναι απλός, μολονότι είναι ταυτόχρονα προσιτός και απρόσιτος. Θα μπορούσε μάλιστα να λεχθεί ότι ο Θεός είναι απλός, επειδή είναι Τρισυπόστατος και επειδή διακρίνεται σε ουσία και ενέρ­γεια: «Εν ουσία γαρ και ενεργεία εις εστι Θεός· ο Πατήρ και ο Υιός και το Πνεύμα το άγιον»[v]. Είναι ακόμα απλός, επειδή μπορεί να είναι ταυτόχρονα προσιτός και απρόσιτος: «Ο Θεός και πληθύνεται μένων είς και μερίζεται μένων αμερής, και μετέχεται ποικίλως άτμητος ων πάντη και της εαυτού ενότητος εχόμενος ανεκφοιτήτως καθ’ υπερούσιον δύναμιν»[vi].
Σε τελική ανάλυση ο Θεός είναι απλός, επειδή είναι παντοδύναμος, απαθής και απροσδεής. Τα πιο πολυδύναμα, παρατηρεί ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, είναι και πιο απλά, και το παντοδύναμο είναι το απλούστατο[vii]. Δεν έχει ανάγκη να αυξηθεί ή να ελαττωθεί ή να προσλάβει κάτι που το στερείται. Ο Θεός, γρά­φει ο ίδιος, «μόνος όντως απλούς εστιν υπερφυώς, ου μείωσιν, ουκ αύξησιν, ουκ απόθεσιν, ου πρόσληψιν όλως υπομένων. Ούτω παντοδύναμος υπάρχων απλούστατος εστιν απάντων»[viii]. Και ο όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος γράφει: «Ο Θεός η των όλων αιτία είς εστι· το δε έν τούτο φως και ζωή εστι, πνεύμα και λόγος, στόμα και ρήμα…». Και ο άνθρωπος έχει μία αίσθηση σε μία ψυχή και νου και λόγο, έστω και αν αυτή χωρίζεται για τις φυσικές ανάγκες του σε πέντε[ix]. Όλες αυτές οι αισθήσεις συγκλίνουν και καταλήγουν στον νου που τις ηγεμονεύει· «νους ορά και νους ακούει».
Ο Θεός είναι φως. «Ο Πατήρ φως εστιν, ο Υιός φως εστι, το Πνεύμα το άγιον φως· έν ταύτα φως απλούν, ασύνθετον, άχρονον, συναΐδιον, ομότιμον και ομόδοξον», παρατηρεί ο όσιος Συμεών[x]. Και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γράφει ότι το θείο αυτό φως δεν είναι μόνο αμέριστο στα μεριστά, αλλά και ενοποιός και θεοποιός δύναμη. Και ως τέτοια δύναμη ενώνει και ανυψώνει αυτούς που μετέχουν, ανάλογα πάντοτε με την δεκτικότητά τους, προς την ενό­τητα και θεοποιό απλότητα του Πατρός[xi]. Χωρίς να παύει η ουσία του Θεού να παραμένει αμέθεκτη και απλή, παρατηρεί ο Παλαμάς, οι ενέργειές του μετέχονται από τα κτίσματα. Και ενώ αυτά που μετέχουν είναι κτιστά και έχουν κά­ποια αρχή, οι μετεχόμενες θείες ενέργειες είναι πολυποίκιλες, άκτιστες και αΐδιες, «συνημμέναι αϊδίως τω εξ αϊδίου παντοδυνάμω και αυτοτελεί Θεώ και Δεσπότη του παντός»[xii]. Άλλωστε βλέπουμε ότι και στην φύση το απλό λευκό φως περιέχει όλα τα χρώματα.
Ενώ η απλότητα συνδέεται με την παντοδυναμία και την πληρότητα, η σύνθεση προκύπτει από την αδυναμία και την ένδεια. Όταν κάτι δεν μπορεί να υπάρχει και να διατηρείται αυτοτελώς, καταφεύγει αναγκαστικά στην σύνθεση. Ο άγιος Παλαμάς γράφει: «Εκ γαρ του μη δύνασθαι καθ’ εαυτό τι των γενητών μονοειδώς και αμιγώς παντάπασιν είναι τε και υφεστάναι, της προς έτερον εξ ανάγκης δείται συμπλοκής, διό καν τη γενέσει σύνθετον ευθύς απετελέσθη»[xiii]. Ο Θεός υπάρχει ως Ων καθεαυτόν και διαθέτει τα πάντα, χωρίς να έχει ή να μετέχει. Τα κτιστά δεν υπάρχουν ως όντα καθεαυτά, αλλά ως μετέχοντα και ως κατέχοντα. Στον Θεό το έχειν ανήκει στο είναι. Στα κτιστά το είναι χρειάζεται το έχειν.
[Συνεχίζεται]
[i] Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί θείων ονομάτων 1,3,PG 3,589C.
[ii] Μαξίμου Ομολογητού, Περί αποριών,PG 91, 1257B.
[iii] Γρηγ.Παλαμά, Διάλεξις προς Χιόνας 12, έκδ. Π. Χρήστου, Γρηγορίου Παλαμά, Συγγράμματα, τ. 4, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 159.
[iv] Βλ. Ματθ. 6,22-23. Ιακ.1, 5-8.
[v] Γρηγ.Παλαμά, Διάλογος Ορθοδόξου μετά Βαρλααμίτου 37, έκδ. Π. Χρήστου, Γρηγορίου Παλαμά, Συγγράμματα, τ. 2, Θεσσαλονίκη 1966, σ.200. Πρβλ. και παράγρ.50, σ. 212.
[vi] Γρηγ. Παλαμά, Περί θείας και θεοποιού μεθέξεως 23,ό.π.,σ.157.
[vii] Διάλογος Ορθοδόξου μετά Βαρλααμίτου 53 ό.π.,σ.215.
[viii] Διάλογος Ορθοδόξου μετά Βαρλααμίτου 54,ό.π.,σ.216.
[ix] Συμεών Νέου Θεολόγου, Ηθικός λόγος 3,7.
[x] Συμεών Νέου Θεολόγου, Θεολογικός 3,141-143. SC 122. 184.
[xi] Περί θείας και θεοποιού μεθέξεως 6. ό.π., σ. 141-142
[xii] Περί θείων ενεργειών 40-41, ό.π., σ. 125-126.
[xiii]Διάλογος Ορθοδόξου μετά Βαρλααμίτου 53 ό.π.,σ.215.