Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2017

Μονή Χελανδαρίου


Το μοναστήρι του Χελανδαρίου, αφιερωμένο στη μνήμη των Εισοδίων της Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου), είναι το πρώτο από αυτά που είναι κτισμένα στη βορειοανατολική πλευρά του 'Ορους. Χάνεται αθέατο και κρυμμένο μέσα στην πλούσια βλάστηση του τοπίου, με περιορισμένο ορίζοντα, και απέχει περίπου μισή ώρα από τη θάλασσα, όπου βρίσκεται μόνο ο αρσανάς του. Η ονομασία του μοναστηριού προέρχεται, κατά πάσα πιθανότητα, από τον ιδρυτή ενός μονυδρίου στο χώρο αυτό που λεγόταν Χελανδάριος ή Χελανδάρις, όνομα που βρίσκουμε σε μια γραπτή μαρτυρία του 1Οου κιόλας αιώνα: ,,'Εγράψαμε διά Γεωργίου τού λεγομένου Χελανδάρι». Αργότερα, άλλωστε , σ' ένα έγγραφο του έτους 1141 , που σώζεται στη Λαύρα, υπογράφει ανάμεσα σε άλλους και κάποιος μοναχός με το όνομα Συμεών (;) της μονής Χε(λαν)δαρίου. Η γνώμη ότι η ονομασία του μοναστηριού οφείλεται στο βυ- ζαντινό πλοίο χελάνδιο, του οποίου το σχήμα διατηρεί δήθεν το μοναστήρι, φαίνεται κάπως απίθανη. Από πολλούς ερευνητές, εξάλλου, ονομάζεται και γράφεται μονή Χιλιανδαρίου ή Χιλιανταρίου ή Χιλανδαρίου. 'Οσοι δέχονται τον τύπο αυτό ετυμολογούν τη λέξη είτε από το χίλιοι και αντάρα (ομίχλη), έκ τού χέειν τόν τόπον άντάραν», ή από το χίλιοι και άνδρες, δηλαδή από τον αριθμό των πειρατών που, σύμφωνα με την παράδοση, επιτέθηκαν κάποτε με ληστρικές διαθέσεις εναντίον του μοναστηριού χωρισμένοι σε δύο ομάδες και που αλληλοεξοντώθηκαν λόγω της πυκνής ομίχλης, γιατί ήταν αδύνατο να καταλάβουν ποιοι ήταν οι δικοί τους και ποιοι οι ξένοι. Σε βυζαντινά χρυσόβουλλα και άλλα παλαιά έγγραφα, καθώς και σε διά- φορα σημειώματα των χειρογράφων , κυρίως των σλαβικών , απαντούν και οι δύο τύποι.

Οι Σέρβοι, μετά την εγκατάστασή τους εδώ, ονόμασαν το μοναστήρι, με κάποια ίσως παραφθορά στις λέξεις, Χελανδάρ ή Χιλαντάρ. Η ίδρυση του μοναστηριού, όπως εμφανίζεται σήμερα, οφείλεται στον ηγεμόνα της Σερβίας Στέφανο Νεμάνια και τον γιο του Ράστκο. Ο δεύτερος, αν και ήταν πρίγκιπας και υποψήφιος διάδοχος του θρόνου, προτίμησε τον μοναστικό βίο από την πολυθόρυβη ζωή και τα αξιώματα του παλατιού. Γι' αυτό ήρθε κρυφά στο ’γιον 'Ορος, στο μοναστήρι του Θεσσαλονικέως ή Παλιομονάστηρο, στο οποίο έγινε μοναχός με το όνομα Σάββας. Αργότερα έφυγε από εκεί και εγκαταστάθηκε στο Βατοπέδι. μετά από λίγο καιρό τον ακολούθησε και ο πατέρας του, που είχε γίνει κιόλας μοναχός στη μονή της Στουντένιτσας στη Σερβία με το όνομα Συμεών . Εδώ παρέμειναν οι δύο άντρες μέχρις ότου το Βατοπέδι, ύστερα από παράκληση του νέου ηγεμόνα των Σέρβων Στεφάνου Β ., τους παραχώρησε το ερειπωμένο τότε μονύδριο του Χελανδαρίου. Η παραχώρηση αυτή επικυρώθηκε σύντομα με χρυσόβουλλο του αυτοκράτορα Αλεξίου Γ .( 1198) όπως είναι τοϊς Σέρβοις δωρον αίώνιον». 'Ετσι ήρθαν και φρόντισαν αμέσως για την ανοικοδόμηση και την επέκτασή TOU, γι' αυτό και δικαιολογημένα θεωρούνται οι πρώτοι κτίτορες και ιδρυτές του μοναστηριού. Το έργο τους ενίσχυσε πολύ ο αδελφός τού Σάββα Στέφανος Β ' στέλνοντας για το σκοπό αυτό αρκετά χρήματα στο μοναστήρι. Κατόπιν ο Σάββας έφυγε για τη Σερβία, όπου έγινε αρχιεπίσκοπός της, ενώ ο Συμεών έμεινε και πέθανε στο μοναστήρι. λίγο χρόνο μετά το θάνατό τους η σερβική εκκλησία τους ανακήρυξε αγίους. Στο Χελανδάρι, παρακινούμενοι και από τον Σάββα, άρχισαν να έρχονται πολλοί Σέρβοι, με αποτέλεσμα να αυξηθεί σημαντικά ο αριθμός των μοναχών , Για το λόγο αυτό χρειάστηκε να προσαρτηθούν σιγά σιγά σ' αυτό μερικές άλλες μικρότερες μονές, όπως του Αγίου Βασιλείου, της Κομίτισσας, του Καλύκα, των Παπαρνικίων, του Ομολογητού, της Στροβηλαίας κ.ά. Η ακμή του μοναστηριού συνεχίζεται και στους επόμενους αιώνες, έτσι που έγινε το κύριο πνευματικό κέντρο όλων των Σέρβων για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Από εδώ βγήκαν πολλοί σοφοί άνδρες και μορφωμένοι κληρικοί, που έγιναν πατριάρχες, αρχιεπίσκοποι και επίσκοποι. Εδώ γράφηκαν ή μεταφράστηκαν πολλά βιβλία που βοήθησαν στην πρόοδο και την πνευματική ανάπτυξη του σερβικού λαού, Τ ο μοναστήρι του Χελανδαρίου έλαβε πολλά δώρα και αμύθητα πλούτη από τους Σέρβους ηγεμόνες. ιδιαίτερα ο Στέφανος Δουσάν το ενίσχυσε οικονομικά και του παραχώρησε πολλά προνόμια, όπως άλλωστε έκαμε και για άλλες μονές του ’θω. Σ' ένα χρυσόβουλλό του μάλιστα, όπου υπογράφει «τσάρος καί αύτοκράτωρ Σέρβων τε καί 'Ελλήνων», φαίνεται ότι επισκέφθηκε το μοναστήρι ο ίδιος μαζί με τη σύζυγό του Ελένη το έτος 1347. Από τους αυτοκράτορες, εξάλλου, του Βυζαντίου ευεργέτησε το μοναστήρι ο Ανδρόνικος Β ' Παλαιολόγος, όπως μας δείχνουν τα πολλά χρυσόβουλλά TOU, που φυλάσσονται σ' αυτό. σ' ένα από αυτά κατοχυρώνεται στο Χελανδάρι η μονή του Αγίου Νικολάου, καθώς και άλλα κτήματα.
Μετά την τουρκική κατάκτηση βοηθούν το μοναστήρι οι τσάροι της Ρωσίας και οι ηγεμόνες των παραδουναβίων χωρών και έτσι η ακμή του συνεχίζεται. Στο μεταξύ πολλοί Σέρβοι μοναχοί εξακολουθούν να έρχονται εδώ και όχι μόνο στο Χελανδάρι, αλλά, προσωρινά τουλάχιστον , και σε άλλα μοναστήρια του 'Ορους, έτσι που πολλές φορές κατά την εποχή αυτή ανακηρύχθηκε Πρώτος μοναχός σερβικής καταγωγής. Α πό τον 17 ο όμως αιώνα αρχίζει η παρακμή του μοναστηριού, ιδιαίτερα από το έτος 1675, όταν προσαρτήθηκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο η αρχιεπισκοπή Ιπεκίου. Η προσέλευση Σέρβων σιγά σιγά λιγοστεύει μέχρι το σημείο τον επόμενο αιώνα να ζουν στο μοναστήρι μοναχοί κυρίως βουλγαρόφωνοι (τέλος 180υ αι.), ανάμεσα στους οποίους και ο μεγάλος συγγραφέας Παϊσιος, που έγραψε την ιστορία των Βουλγάρων και πολλά άλλα αξιόλογα έργα. Στα χρόνια 1722 και 1891 το μοναστήρι καταστράφηκε από δύο αντίστοιχες πυρκαγιές, που λίγο έλειψε να εξαφανίσουν εντελώς τους κόπους και τα πλούτη των περασμένων εποχών , Τ ο έτος 1896 επισκέφθηκε το Χελανδάρι ο βασιλιάς της Σερβίqς Αλέξανδρος Α ' , που το ενίσχυσε οικονομικά και έστειλε πολλούς Σέρβους μοναχούς, οι οποίοι τελικά επικράτησαν και πήραν ξανά τη διοίκηση του μοναστηριού. Στους αγώνες του Αγίου 'Ορους για την ενσωμάτωσή του στην Ελλάδα, οι Σέρβοι μοναχοί συμπαραστάθηκαν ούσιαστικά και μάλιστα με τον Πρώτο, που κατά τύχη το έτος εκείνο (1913) ήταν Χελανδαρηνός. Επίσης στον Β 'Παγκόσμιο πόλεμο συνεργάστηκαν με τους 'Ελληνες εναντίον του κατακτητή. Εξωτερικά το μοναστήρι, όπως και τα άλλα του 'Ορους, δίνει την εντύπωση ενός φρουρίου με τον οχυρωματικό του περίβολο, τη διάταξη των οικοδομών και τους δύο πύργους, από τους οποίους ο ένας, στην ανατολική πλευρά, αποδίδεται στον ιδρυτή του, τον άγιο Σάββα. 'Ενας ακόμη πύργος υπάρχει έξω από το μοναστήρι προς βορρά πηγαίνοντας για τον αρσανά του, που ονομάζεται από τον ιδρυτή του πύργος του Μιλούτιν . Το αφιερωμένο στα Εισόδια της Θεοτόκου καθολικό του μοναστηριού κτίστηκε στις αρχές του 140υ αιώνα κατά το βυζαντινό αγιορειτικό τύπο. Από τους δύο νάρθηκες ο εξωτερικός προστέθηκε αργότερα από τον πρίγκιπα Λάζαρο. Η τοιχογράφηση του ναού ανήκει στα χρόνια 1319-1320. Αυτό προκύπτει, εκτός από άλλα στοιχεία, και από την εικονιστική μορφή του κτίτορα Μιλούτιν , που εδώ παριστάνεται σε ηλικία 70 περίπου χρόνων , ενώ σε άλλα μνημεία, που ο ίδιος ίδρυσε προηγουμένως, εικονίζεται σε διαφορετική κάθε φορά ηλικία. Δυστυχώς οι αξιόλογες αυτές βυζαντινές τοιχογραφίες επιζωγραφήθηκαν στα χρόνια 1803/4. Ωστόσο μπορούμε να διακρίνουμε μερικά βασικά χαρακτηριστικά τους, όπως είναι η διηγηματικότητα, οι κινημένες μορφές, οι αφύσικες πολλές φορές στάσεις και χειρονομίες, η παράθεση ηθο- γραφικών σκηνών κτλ. Σε πολλές μάλιστα παραστάσεις ο ζωγράφος του Χελανδαρίου ξεπερνά τη δραματικότητα, τη δίνη και τον εξπρεσσιονισμό, που παρατηρούνται στις σύγχρονες τοιχογραφίες του Πρωτάτου. Τελευταία άρχισε το καθάρισμα των τοιχογραφιών αυτών και αποκαλύφθηκαν κιόλας μερικές παραστάσεις. Πολύ ενδιαφέρον θεωρείται το θαυμάσιο μαρμαροθέτημα στο δάπεδο του ναού, καθώς και το ξυλόγλυπτο μεταβυζαντινό τέμπλο του (1774). Πίσω από τον επισκοπικό -ηγουμενικό -θρόνο, στα «γεροντικά, βρίσκεται ο ασημένιος τάφος του αγίου Συμεών , από όπου φύτρωσε ένα κλήμα, που σώζεται ακόμη και του οποίου οι ρώγες καταπολεμούν τη στειρότητα των γυναικών. σε άλλα σημεία μέσα στο ναό υπάρχουν μερικοί ακόμη τάφοι των διαφόρων κτιτόρων . Βόρεια του καθολικού και στη μέση περίπου της αυλής του μοναστηριού βρίσκεται η φιάλη του αγιασμού, που στεγάζεται με θόλο, ο οποίος στηρίζεται σε 8 κίονες. Κατασκευάστηκε το 1784 και τοιχογραφήθηκε, όπως μας πληροφορεί η σχετική επιγραφή της , το 184 7 από τον Γ αλατσιάνο ζωγράφο Μακάριο ιερομόναχο και την ομάδα του. Η τράπεζα του μοναστηριού, ορθογώνιο κτίσμα με δύο κόγχες και δύο εισόδους, είναι ενσωματωμένη στη δυτική πλευρά απέναντι ακριβώς από την πρόσοψη του καθολικού. Εκτός από τις τοιχογραφίες του Σέρβου μοναχού και αγιογράφου Γεωργίου Μητροφάνοβιτς (1623), που γεμίζουν ολόκληρη την επιφάνειά της, τελευταία ήρθαν στο φως αξιόλογες βυζαντινές τοιχογραφίες του 140υ αιώνα με σκηνές από την Παλαιά Διαθήκη, στο αέτωμα, πάνω από τη βόρεια κόγχη της. Τ ο Χελανδάρι μαζί με το καθολικό του διαθέτει και 13 ακόμη παρεκκλήσια. Από αυτά τα 11 βρίσκονται μέσα στο μοναστήρι σε διάφορα σημεία του και είναι όλα, πλην ενός, τοιχογραφημένα με τοιχογραφίες που αρχίζουν από τον 130ν αιώνα μέχρι τον 180. Τα άλλα δύο, έξω από αυτό, είναι του Αγίου Τρύφωνα στον κήπο και του Ευαγγελισμού στο κοιμητήριο, στο οποίο βρέθηκαν πριν από λίγα χρόνια κάτω από τον σουβά και αποκαλύπτονται ακόμη ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες του 140υ αιώνα. Κοντά στο μοναστήρι υπάρχουν δύο κελλιά του, του Αγίου Στεφάνου πάνω στο λόφο της Σαμάρειας και της Αγίας Τριάδος προς τη μονή Ζωγράφου. στο δεύτερο, εκτός από τις τοιχογραφίες του μεταγενεστέρου κτίσματος, σώζονται τμήματα μόνο τοιχογραφιών του 130υ αιώνα σε μια μικρή κόγχη κάποιου παλαιότερου ναού. Στις Καρυές 15 κελλιά ανήκουν επίσης στο Χελανδάρι. Απ' αυτά το σπουδαιότερο είναι ο παλαιός Πύργος του Αγίου Σάββα, που καλείται Τυπικαριό, όπου ο άγιος, σύμφωνα με την παράδοση, έφερε από την Παλαιστίνη τη σωζόμενη ακόμη και σήμερα εικόνα της Θεοτόκου. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ιδιαίτερα εδώ το κελλί της Μολυβοκκλησιάς, μισή ώρα βορειοδυτικά από τις Καρυές, με σπουδαίες τοιχογραφίες Κρητικής σχολής και πολύ αξιόλογο ξυλόγλυπτο τέμπλο του 170υ αιώνα στο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Από τα μετόχια του μοναστηριού σήμερα σώζονται μόνο τρία: της Κομίτσας (ή Κομίτισσας) δύο ώρες περίπου μακριά από το Χελανδάρι, της Ζωοδόχου Πηγής στη θέση Κάκαβος κοντά στην Ιερισσό και της Καλαμαριάς ή του Αγίου Νικολάου στη Σωζόπολη της Χαλκιδικής. Πλούσιο θεωρείται το μοναστήρι από άποψη κειμηλίων , από τα οποία τα περισσότερα στεγάζονται σ' ένα σύγχρονο κτίριο ανατολικά του καθολικού. Και πρώτα πρώτα μια συλλογή από φορητές εικόνες, πολλές από τις οποίες προέρχονται από τη βυζαντινή εποχή και διατηρούνται σε άριστη κατάσταση. οι σπουδαιότερες είναι: δύο της Θεοτόκου Οδηγήτριας, η μία ψηφιδωτή, του Χριστού, των Ευαγγελιστών , των Εισοδίων της Θεοτόκου, των αποστόλων Πέτρου και Παύλου, του Προδρόμου, των αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ, των πέντε Μαρτύρων κτλ. Επίσης 5 πολύτιμοι λίθοι με τον Χριστό, τη Θεοτόκο και τον άγιο Δημήτριο, το περίφημο δίπτυχο με τις 24 μικρογραφίες, το δίπτυχο του Ούγγλεση, ένα τρίπτυχο του έτους 1548, βημόθυρο με την παράσταση του Ευαγγελισμού, έργο του ζωγράφου Μητροφάνοβιτς (1616), ένα ποτήρι του ηγεμόνα Δουσάν , η ποιμαντορική ράβδος του Συνεσίου Ζίγκοβιτς (1757) κτλ. Στο καθολικό υπάρχουν επίσης, εκτός από τις εικόνες της Παναγίας Τριχερούσας, της Παπαδικής και του Ακαθίστου, πολλά κεντητά άμφια και υφάσματα, από τα οποία ξεχωρίζουν δύο παραπετάσματα, της Ευφημίας (1399) και της Αναστασίας (1556), δύο σταυροί με Τίμιο Ξύλο, δώρο του αυτοκράτορα Ιωάννη Γ .Βατάτζη, ένας ακόμη σταυρός κοσμημένος με πολύτιμους λίθους, μέρος από το ακάνθινο στεφάνι, το καλάμι και το σάβανο του Χριστού, λειψανοθήκες με λείψανα αγίων και πολλά άλλα. Η βιβλιοθήκη των χειρογράφων στεγάζεται στο ίδιο κτίσμα, όπου και το σκευοφυλάκιο του μοναστηριού. Περιέχει 181 ελληνικούς και 809 σλαβικούς κώδικες, από τους οποίους οι 47 είναι περγαμηνοί και όλοι οι άλλοι χάρτινοι, καθώς και 7 ελληνικά και 5 σλαβικά ειλητάρια. Η διακόσμηση των εικονογραφημένων χειρογράφων εδώ περιορίζεται κυρίως σε επίτιτλα και αρχικά γράμματα. Σε άλλο χώρο, κάτω από το συνοδικό του μοναστηριού, είναι τακτοποιημένα τα έντυπα βιβλία, που ξεπερνούν τις 20.000, ελληνικά (3.000) και σλαβικά. Τέλος, ανάμεσα στους πολύτιμους θησαυρούς του μοναστηριού θα μπο- ρούσαμε να αναφέρουμε και το αρχείο του, όπου φυλάσσονται πάνω από 400 έγγραφα, από τα οποία τα 165 είναι βυζαντινά -ελληνικά -χρυσόβουλλα, 160 σερβικά, 9 ρωσικά, 2 βουλγαρικά, 31 μολδοβλαχικά και 70 τουρκικά φερ- μάνια και βεράτια. Στα έγγραφα αυτά συμπεριλαμβάνονται και τα ιδρυτικά χρυσόβουλλα του μοναστηριού. Το Χελανδάρι, από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα, κατέχει την τέταρτη θέ- ση μεταξύ των αθωνικών μοναστηριών .Τη θέση αυτή ίσως κατείχε προηγουμένως το μοναστήρι του Ζυγού, προτού προσαρτηθεί στο σερβικό μοναστήρι. Πρόσφατα πήρε τη θέση του και αυτό ανάμεσα στα κοινόβια του 'Ορους. Αριθμεί συνολικά 60 περίπου Σέρβους μοναχούς μέσα και έξω από το μοναστήρι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου