Είναι κ
τισμένη
πάνω σ' ένα βράχο, που τον χτυπά ακατάπαυστα το κύμα της τρικυμισμένης
συνήθως θάλασσας της βορειοανατολικής πλευράς του 'Ορους, και γιορτάζει
τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος (6 Αυγούστου). Ως ιδρυτές του μοναστηριού
αναφέρονται δύο άνδρες, ο «μέγας στρατοπεδάρχης» Αλέξιος και ο «μέγας
πριμικήριος» Ιωάννης, που έζησαν στα μέσα περίπου του 140υ αιώνα και
στην αρχή ήρθαν και μόνασαν στο ομώνυμο κελλί που υπήρχε προηγουμένως
σ' αυτόν εδώ τον τόπο, δίνοντάς του σιγά σιγά τη μορφή μοναστηριού. Την
προσπάθειά τους αυτή, εξάλλου, ενίσχυσε πολύ ο συγγενής τού Ιωάννη και
αυτοκράτορας τότε του Βυζαντίου Ιωάννης Ε .Παλαιολόγος, που δώρισε στο
νεοσύστατο μοναστήρι και ένα μετόχι στο νησί της Λήμνου. Τη βοήθειά του
συνέχισαν και οι διάδοχοί του αυτοκράτορες. Μετά την οθωμανική
κυριαρχία το μοναστήρι άρχισε να περνά μια οικονομική κρίση, οπότε
συμπαραστάθηκαν σ' αυτό με διάφορους τρόπους οι 'Ελληνες ή ελληνικής
καταγωγής ηγεμόνες των παραδουναβίων χωρών .
'Οπως άλλωστε συνέβη και με άλλα μοναστήρια έτσι και εδώ ακολούθησε η ρωσική βοήθεια και συγκεκριμένα μια δωρεά και μια άδεια που δόθηκε από την Αικατερίνη Β ' στους Παντοκρατορινούς μοναχούς για τη συγκέντρωση χρημάτων στη Ρωσία το έτος 1762. Δύο καταστρεπτικές πυρκαγιές έγιναν στα χρόνια 1773 η μια και η άλλη πολύ πρόσφατα το 1948. Μετά την πρώτη εργάστηκε πολύ για την ανοικοδόμηση του μοναστηριού ο σκευοφύλακάς του Κύριλλος, ενώ τις ζημιές της δεύτερης επανόρθωσε η Υπηρεσία Αναστηλώσεων. Το σχήμα των κτιριακών εγκαταστάσεων του μοναστηριού είναι ακανόνιστο πολύπλευρο, με τείχος γύρω γύρω και τον οχυρωματικό πύργο στη δυτική πλευρά του. οι περισσότερες οικοδομές του είναι μεταγενέστερες. Το σχετικά μικρό καθολικό, μέσα στο οποίο είναι θαμμένοι οι δύο κτίτορές του Αλέξιος και Ιωάννης, βρίσκεται στο βορεινό μέρος της πλακόστρωτης αυλής. Ακολουθεί τον αγιορειτικό τύπο με μια ιδιομορφία, που διαγράφεται στο διάστημα ανάμεσα στους χορούς των ψαλτών και στο Ιερό Βήμα, που είναι μεγαλύτερο από εκείνο των άλλων καθολικών. επίσης η πρόθεση και το διακονικό σχηματίζουν δυο μικρούς πύργους που στεγάζονται με τρούλλους. Το 1847, εξάλλου, οι δύο νάρθηκες ενώθηκαν σ' ένα και προστέθηκε νέος υαλόφρακτος εξωνάρθηκας. Την εποχή αυτή κτίστηκε με έξοδα του αρχιμανδρίτη Μελετίου και ο πύργος του κωδωνοστασίου που είναι κολλημένος στο νάρθηκα. Οι τοιχογραφίες του ναού, που ανήκουν στον 14o αιώνα, σώζονται σήμερα κάτω από ένα νεότερο στρώμα, ύστερα από την επιζωγράφησή τους το 1854 από τον αγιογράφο Ματθαίο Ιωάννη από τη Νάουσα. Από τις παλαιές εκείνες τοιχογραφίες διακρίνονται οι παραστάσεις της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, της Δεήσεως και διαφόρων αγίων . Φιάλη αγιασμού, με μορφή που τη συναντούμε στα περισσότερα αθωνικά μοναστήρια, δεν υπάρχει στον Παντοκράτορα. Η τράπεζα είναι ενσωματωμένη στην πλευρά των κελλιών απέναντι από την πρόσοψη του καθολικού , Αυτή ανοικοδομήθηκε το 1741 και τοιχογραφήθηκε ύστερα από 8 χρόνια από μέτριους ζωγράφους. Εκτός από τον κεντρικό ναό το μοναστήρι διαθέτει 8 παρεκκλήσια μέσα στον περίβολό του και άλλα 7 έξω στα διάφορα εξαρτήματά του. Από αυτά το αξιολογότερο είναι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, αριστερά της λιτής στο καθολικό, με τοιχογραφίες του έτους 1538, που επιζωγραφήθηκαν το 1868, ’λλα τοιχογραφημένα παρεκκλήσια είναι του Αγίου Νικολάου δίπλα στην είσοδο του μοναστηριού και του Τιμίου Προδρόμου στη νότια πτέρυγά του. Στο δρόμο από το μοναστήρι προς τις Καρυές συναντούμε το συνοικισμό της Καψάλας, που περιλαμβάνει πολυάριθμες μοναχικές καλύβες, από τις οποίες οι 36 υπάγονται στον Παντοκράτορα και οι άλλες σε διάφορες μονές. Ακόμη 15 κελλιά σκορπισμένα μέσα και γύρω από τις Καρυές, από τα οποία ξεχωρίζει το παλαιό μοναστήρι και τώρα κελλί του Ραβδούχου, που είναι αφιερωμένο στα Εισόδια της Θεοτόκου και στις αρχές του 14oυ αιώνα το βρίσκουμε στη δέκατη τέταρτη θέση ανάμεσα στις μονές της εποχής εκείνης. Ωστόσο θα πρέπει να υπήρχε τουλάχιστο από τον 10o αιώνα, οπότε χρονολογούνται οι παραστάσεις -δυο σταυροί -του παλαιού καθολικού στο υπόγειο του σημερινού ναού, που βρίσκονται στο προηγούμενο στρώμα των τοιχογραφιών , κάτω δηλαδή από αυτές των αποστόλων Πέτρου και Παύλου, που χρονολογούνται στον 12o αιώνα. 'Ενα ακόμη κελλί της ίδιας μονής είναι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που ονομάζεται «- Αξιον έστί» και συνδέεται με την ομώνυμη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας που προέρχεται από αυτό και φυλάσσεται σήμερα στο Ιερό Βήμα του ναού του Πρωτάτου. Στη μονή Παντοκράτορος ανήκει και η ρωσική κοινόβια σκήτη του Προφήτη Ηλία, που στέκει σε ένα ύψωμα απέναντι από αυτή, σε απόσταση μισής ώρας περίπου. Εκεί υπήρχε άλλοτε κελλί που παραχωρήθηκε το 1757 στον διάσημο Ουκρανό μοναχό και μεγάλο αναμορφωτή ΠαΙσιο Βελιτσκόφσκυ. Ασκητές, κυρίως Μολδαβοί και Ουκρανοί, έγιναν σιγά σιγά μαθητές του και καθώς ο κύκλος γύρω του μεγάλωσε μετέτρεψε το κελλί σε σκήτη και μάλιστα κοινόβια, θεσμός που εμφανίζεται για πρώτη φορά στις σκήτες του
'Ορους.
Κατόπιν η σκήτη παρέμεινε στα χέρια των Ρώσων μοναχών , που αυξήθηκαν
πολύ και αναγκάστηκαν να κτίσουν νέα μεγάλα κτίρια παρόμοια με εκείνα
του Αγίου Ανδρέα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ανησυχήσουν το πατριαρχείο,
η ιερά Κοινότης και η κυρίαρχη μονή, Για το λόγο αυτό έγιναν
ατέλειωτοι δικαστικοί αγώνες ανάμεσα στη σκήτη και τη μονή
Παντοκράτορος, στους οποίους έδωσε τέλος ο πατριάρχης Νεόφυτος Η 'με
σιγίλλιό του, το 1892, Το νεότερο και επιβλητικό κυριακό της
εγκαινιάστηκε το 1900. μέσα σ' αυτό φυλάσσονται δύο αξιόλογες εικόνες
της Παναγίας: Γαλακτοτροφούσας και Δακρυρροούσας. Από τα κειμήλια του
μοναστηριού ξεχωρίζουν ένας επιτάφιος, τμήμα από την ασπίδα του αγίου
Μερκουρίου, ιερά άμφια και εκκλησιαστικά σκεύη, πλούσια κοσμημένες
λειψανοθήκες με τεμάχια από το Τίμιο Ξύλο και λείψανα αγίων , σταυροί,
εγκόλπια κτλ. Επίσης διαθέτει μια μεγάλη συλλογή από φορητές εικόνες,
ανάμεσα στις οποίες συμπεριλαμβάνονται μερικές παλαιές και πολύ
ενδιαφέρουσες από καλλιτεχνική και ιστορική άποψη, όπως π.χ. η διπλή
αμφιπρόσωπη εικόνα με την παράσταση της Θεοτόκου και του Προδρόμου στη
μια όψη και τον Χριστό με τον Πρόδρομο στην άλλη. Ιδιαίτερα αξίζει να
αναφερθεί εδώ μια ακόμη εικόνα της Παναγίας, από τις πιο σπουδαίες μέσα
στο ’γιον 'Ορος, που βρίσκεται στο καθολικό επάνω στο αριστερό
μαρμάρινο προσκυνητάρι. Πρόκειται για τη θαυματουργή εικόνα της
Παναγίας, της Γερόντισσας, όπου παριστάνεται η Θεοτόκος όρθια με μικρή
στροφή αριστερά σε στάση παρακλήσεως και που, σ ύμφωνα με την
αγιορειτική παράδοση, έδωσε κάποτε διαταγή στον ιερέα να συντομεύσει την
Ακολουθία για να κοινωνήσει ο ηγούμενος του μοναστηριού που ήταν
ετοιμοθάνατος. Η 6ι6λιοθήκη της μονής στεγάζεται σ' ένα ισόγειο
διαμέρισμα της νεοϊδρυμένης ανατολικής πλευράς της. Περιέχει 350
χειρόγραφα, από τα οποία τα 68 περγαμηνά, καθώς και 2 ειλητάρια. Από τα
χειρόγραφα ξεχωρίζουν τα δύο εικονογραφημένα, το Ψαλτήρι (αριθμ. 61),
και το Τετραευάγγελο, το λεγόμενο του Καλυβίτου (αριθ. 234). Στον ίδιο
χώρο είναι τοποθετημένα και τα έντυπα βιβλία που θα πρέπει να ξεπερνούν
τις 3.500. Σήμερα η μονή Παντοκράτορος, έγινε πρόσφατα (1992) κοινόβια
και κατέχει την έβδομη θέση στη σειρά των 20 μοναστηριών του ’θω από
το 1574 (Τυπικό Ιερεμίου Β').
τισμένη
πάνω σ' ένα βράχο, που τον χτυπά ακατάπαυστα το κύμα της τρικυμισμένης
συνήθως θάλασσας της βορειοανατολικής πλευράς του 'Ορους, και γιορτάζει
τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος (6 Αυγούστου). Ως ιδρυτές του μοναστηριού
αναφέρονται δύο άνδρες, ο «μέγας στρατοπεδάρχης» Αλέξιος και ο «μέγας
πριμικήριος» Ιωάννης, που έζησαν στα μέσα περίπου του 140υ αιώνα και
στην αρχή ήρθαν και μόνασαν στο ομώνυμο κελλί που υπήρχε προηγουμένως
σ' αυτόν εδώ τον τόπο, δίνοντάς του σιγά σιγά τη μορφή μοναστηριού. Την
προσπάθειά τους αυτή, εξάλλου, ενίσχυσε πολύ ο συγγενής τού Ιωάννη και
αυτοκράτορας τότε του Βυζαντίου Ιωάννης Ε .Παλαιολόγος, που δώρισε στο
νεοσύστατο μοναστήρι και ένα μετόχι στο νησί της Λήμνου. Τη βοήθειά του
συνέχισαν και οι διάδοχοί του αυτοκράτορες. Μετά την οθωμανική
κυριαρχία το μοναστήρι άρχισε να περνά μια οικονομική κρίση, οπότε
συμπαραστάθηκαν σ' αυτό με διάφορους τρόπους οι 'Ελληνες ή ελληνικής
καταγωγής ηγεμόνες των παραδουναβίων χωρών .'Οπως άλλωστε συνέβη και με άλλα μοναστήρια έτσι και εδώ ακολούθησε η ρωσική βοήθεια και συγκεκριμένα μια δωρεά και μια άδεια που δόθηκε από την Αικατερίνη Β ' στους Παντοκρατορινούς μοναχούς για τη συγκέντρωση χρημάτων στη Ρωσία το έτος 1762. Δύο καταστρεπτικές πυρκαγιές έγιναν στα χρόνια 1773 η μια και η άλλη πολύ πρόσφατα το 1948. Μετά την πρώτη εργάστηκε πολύ για την ανοικοδόμηση του μοναστηριού ο σκευοφύλακάς του Κύριλλος, ενώ τις ζημιές της δεύτερης επανόρθωσε η Υπηρεσία Αναστηλώσεων. Το σχήμα των κτιριακών εγκαταστάσεων του μοναστηριού είναι ακανόνιστο πολύπλευρο, με τείχος γύρω γύρω και τον οχυρωματικό πύργο στη δυτική πλευρά του. οι περισσότερες οικοδομές του είναι μεταγενέστερες. Το σχετικά μικρό καθολικό, μέσα στο οποίο είναι θαμμένοι οι δύο κτίτορές του Αλέξιος και Ιωάννης, βρίσκεται στο βορεινό μέρος της πλακόστρωτης αυλής. Ακολουθεί τον αγιορειτικό τύπο με μια ιδιομορφία, που διαγράφεται στο διάστημα ανάμεσα στους χορούς των ψαλτών και στο Ιερό Βήμα, που είναι μεγαλύτερο από εκείνο των άλλων καθολικών. επίσης η πρόθεση και το διακονικό σχηματίζουν δυο μικρούς πύργους που στεγάζονται με τρούλλους. Το 1847, εξάλλου, οι δύο νάρθηκες ενώθηκαν σ' ένα και προστέθηκε νέος υαλόφρακτος εξωνάρθηκας. Την εποχή αυτή κτίστηκε με έξοδα του αρχιμανδρίτη Μελετίου και ο πύργος του κωδωνοστασίου που είναι κολλημένος στο νάρθηκα. Οι τοιχογραφίες του ναού, που ανήκουν στον 14o αιώνα, σώζονται σήμερα κάτω από ένα νεότερο στρώμα, ύστερα από την επιζωγράφησή τους το 1854 από τον αγιογράφο Ματθαίο Ιωάννη από τη Νάουσα. Από τις παλαιές εκείνες τοιχογραφίες διακρίνονται οι παραστάσεις της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, της Δεήσεως και διαφόρων αγίων . Φιάλη αγιασμού, με μορφή που τη συναντούμε στα περισσότερα αθωνικά μοναστήρια, δεν υπάρχει στον Παντοκράτορα. Η τράπεζα είναι ενσωματωμένη στην πλευρά των κελλιών απέναντι από την πρόσοψη του καθολικού , Αυτή ανοικοδομήθηκε το 1741 και τοιχογραφήθηκε ύστερα από 8 χρόνια από μέτριους ζωγράφους. Εκτός από τον κεντρικό ναό το μοναστήρι διαθέτει 8 παρεκκλήσια μέσα στον περίβολό του και άλλα 7 έξω στα διάφορα εξαρτήματά του. Από αυτά το αξιολογότερο είναι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, αριστερά της λιτής στο καθολικό, με τοιχογραφίες του έτους 1538, που επιζωγραφήθηκαν το 1868, ’λλα τοιχογραφημένα παρεκκλήσια είναι του Αγίου Νικολάου δίπλα στην είσοδο του μοναστηριού και του Τιμίου Προδρόμου στη νότια πτέρυγά του. Στο δρόμο από το μοναστήρι προς τις Καρυές συναντούμε το συνοικισμό της Καψάλας, που περιλαμβάνει πολυάριθμες μοναχικές καλύβες, από τις οποίες οι 36 υπάγονται στον Παντοκράτορα και οι άλλες σε διάφορες μονές. Ακόμη 15 κελλιά σκορπισμένα μέσα και γύρω από τις Καρυές, από τα οποία ξεχωρίζει το παλαιό μοναστήρι και τώρα κελλί του Ραβδούχου, που είναι αφιερωμένο στα Εισόδια της Θεοτόκου και στις αρχές του 14oυ αιώνα το βρίσκουμε στη δέκατη τέταρτη θέση ανάμεσα στις μονές της εποχής εκείνης. Ωστόσο θα πρέπει να υπήρχε τουλάχιστο από τον 10o αιώνα, οπότε χρονολογούνται οι παραστάσεις -δυο σταυροί -του παλαιού καθολικού στο υπόγειο του σημερινού ναού, που βρίσκονται στο προηγούμενο στρώμα των τοιχογραφιών , κάτω δηλαδή από αυτές των αποστόλων Πέτρου και Παύλου, που χρονολογούνται στον 12o αιώνα. 'Ενα ακόμη κελλί της ίδιας μονής είναι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που ονομάζεται «- Αξιον έστί» και συνδέεται με την ομώνυμη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας που προέρχεται από αυτό και φυλάσσεται σήμερα στο Ιερό Βήμα του ναού του Πρωτάτου. Στη μονή Παντοκράτορος ανήκει και η ρωσική κοινόβια σκήτη του Προφήτη Ηλία, που στέκει σε ένα ύψωμα απέναντι από αυτή, σε απόσταση μισής ώρας περίπου. Εκεί υπήρχε άλλοτε κελλί που παραχωρήθηκε το 1757 στον διάσημο Ουκρανό μοναχό και μεγάλο αναμορφωτή ΠαΙσιο Βελιτσκόφσκυ. Ασκητές, κυρίως Μολδαβοί και Ουκρανοί, έγιναν σιγά σιγά μαθητές του και καθώς ο κύκλος γύρω του μεγάλωσε μετέτρεψε το κελλί σε σκήτη και μάλιστα κοινόβια, θεσμός που εμφανίζεται για πρώτη φορά στις σκήτες του
'Ορους.
Κατόπιν η σκήτη παρέμεινε στα χέρια των Ρώσων μοναχών , που αυξήθηκαν
πολύ και αναγκάστηκαν να κτίσουν νέα μεγάλα κτίρια παρόμοια με εκείνα
του Αγίου Ανδρέα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ανησυχήσουν το πατριαρχείο,
η ιερά Κοινότης και η κυρίαρχη μονή, Για το λόγο αυτό έγιναν
ατέλειωτοι δικαστικοί αγώνες ανάμεσα στη σκήτη και τη μονή
Παντοκράτορος, στους οποίους έδωσε τέλος ο πατριάρχης Νεόφυτος Η 'με
σιγίλλιό του, το 1892, Το νεότερο και επιβλητικό κυριακό της
εγκαινιάστηκε το 1900. μέσα σ' αυτό φυλάσσονται δύο αξιόλογες εικόνες
της Παναγίας: Γαλακτοτροφούσας και Δακρυρροούσας. Από τα κειμήλια του
μοναστηριού ξεχωρίζουν ένας επιτάφιος, τμήμα από την ασπίδα του αγίου
Μερκουρίου, ιερά άμφια και εκκλησιαστικά σκεύη, πλούσια κοσμημένες
λειψανοθήκες με τεμάχια από το Τίμιο Ξύλο και λείψανα αγίων , σταυροί,
εγκόλπια κτλ. Επίσης διαθέτει μια μεγάλη συλλογή από φορητές εικόνες,
ανάμεσα στις οποίες συμπεριλαμβάνονται μερικές παλαιές και πολύ
ενδιαφέρουσες από καλλιτεχνική και ιστορική άποψη, όπως π.χ. η διπλή
αμφιπρόσωπη εικόνα με την παράσταση της Θεοτόκου και του Προδρόμου στη
μια όψη και τον Χριστό με τον Πρόδρομο στην άλλη. Ιδιαίτερα αξίζει να
αναφερθεί εδώ μια ακόμη εικόνα της Παναγίας, από τις πιο σπουδαίες μέσα
στο ’γιον 'Ορος, που βρίσκεται στο καθολικό επάνω στο αριστερό
μαρμάρινο προσκυνητάρι. Πρόκειται για τη θαυματουργή εικόνα της
Παναγίας, της Γερόντισσας, όπου παριστάνεται η Θεοτόκος όρθια με μικρή
στροφή αριστερά σε στάση παρακλήσεως και που, σ ύμφωνα με την
αγιορειτική παράδοση, έδωσε κάποτε διαταγή στον ιερέα να συντομεύσει την
Ακολουθία για να κοινωνήσει ο ηγούμενος του μοναστηριού που ήταν
ετοιμοθάνατος. Η 6ι6λιοθήκη της μονής στεγάζεται σ' ένα ισόγειο
διαμέρισμα της νεοϊδρυμένης ανατολικής πλευράς της. Περιέχει 350
χειρόγραφα, από τα οποία τα 68 περγαμηνά, καθώς και 2 ειλητάρια. Από τα
χειρόγραφα ξεχωρίζουν τα δύο εικονογραφημένα, το Ψαλτήρι (αριθμ. 61),
και το Τετραευάγγελο, το λεγόμενο του Καλυβίτου (αριθ. 234). Στον ίδιο
χώρο είναι τοποθετημένα και τα έντυπα βιβλία που θα πρέπει να ξεπερνούν
τις 3.500. Σήμερα η μονή Παντοκράτορος, έγινε πρόσφατα (1992) κοινόβια
και κατέχει την έβδομη θέση στη σειρά των 20 μοναστηριών του ’θω από
το 1574 (Τυπικό Ιερεμίου Β').
Διονύσιο, που καταγόταν από την Κορυσό της Καστοριάς και ξεκίνησε το
μεγάλο έργο με τα δικά του πενιχρά μέσα έχοντας στην αρχή τη
συμπαράσταση μόνο των μαθητών του. Για την αποπεράτωσή του όμως
βοήθησε ουσιαστικά ο Τραπεζούντιος αυτοκράτορας Αλέξιος Γ ' Κομνηνός,
προσφέροντας στον Διονύσιο, που τον επισκέφτηκε στην Τ ραπεζούντα, ως
πρώτη δόση ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και κατόπιν εγκρίνοντας μια
ετήσια χορηγία για να μη σταματήσουν οι εργασίες της ανεγέρσεως. Στον
αυτοκράτορα, εξάλλου, μεσολάβησε για τον ίδιο σκοπό και ο μητροπολίτης
Τραπεζούντας Θεοδόσιος, που ήταν αδελφός του παραπάνω οσίου και άλλοτε
ηγούμενος της αγιορειτικής μονής του Φιλοθέου, Ο Αλέξιος, έπειτα από το
ξεχωριστό αυτό ενδιαφέρον που έδειξε για το νεοσύστατο μοναστήρι,
δικαιολογημένα ζήτησε να ονομαστεί «Μονή του Μεγάλου Κομνηνού». Τη
βασιλική χορηγία του Αλεξίου επανέλαβαν κατόπιν και οι άλλοι βυζαντινοί
αυτοκράτορες, οι Παλαιολόγοι, ενώ μετά την άλωση της
Κωνσταντινουπόλεως (1453) ευεργέτησαν το μοναστήρι πολλοί ηγεμονες της
Μολδοβλαχίας. Στους τελευταίους αυτούς οφείλεται η διεύρυνση και γενικά
η σημερινή μορφή της μονής Διονυσίου, γι' αυτό και τοποθετούνται
ανάμεσα στους κτίτορές της. Από όλους ξεχωρίζουν κυρίως ο Ράδουλος και ο
διάδοχός του Νεάγκος Βασσαράβας που, εκτός από άλλα, έκτισε το 1520
τον πύργο και το υδραγωγείο του μοναστηριού. ο πύργος έχει ύψος 25
μέτρα και στον τελευταίο όροφό του υπάρχει ένα κεραμοπλαστικό
μονόγραμμα του Προδρόμου. Το έτος 1535 το μοναστήρι κάηκε κατά το
μεγαλύτερο μέρος του και σε λίγο ο ηγεμόνας της Μολδαβίας Ιωάννης
Πέτρος ανοικοδόμησε με δικά του έξοδα την ανατολική πλευρά του από το
μαγειρείο μέχρι την αποθήκη με τα κρασιά. Επίσης ο Αλέξανδρος μαζί με
τησύζυγό του Ρωξάνδρα έκτισε από τα θεμέλιά της την εξαώροφη πτέρυγα
που βλέπει προς τη θάλασσα με τους πολλούς εξώστες, και εξαγόρασε και
απέδωσε στο μοναστήρι τα μετόχια του. Παράλληλα με τους παραπάνω
ευεργέτες του μοναστηριού αναφέρονται και άλλοι, όπως τα αδέρφια
Λάζαρος και Μπόιος από την Πιάβιτσα της Χαλκιδικής, που έκτισαν την
προέκταση προς τον κήπο της επταώροφης πλευράς, τα αδέρφια Θωμάς και
Μανουήλ από τις Σέρρες, που κατασκεύασαν τον αρσανά και το μετόχι του
Ορφανού στο Παγγαίο της ανατολικής Μακεδονίας και τέλος, αργότερα, οι
επίσκοποι Μακάριος Ηρακλείας και Ιερεμίας Βελιγραδίου (1797) και ο
πρεσβευτής της Αυστρίας στην Κωνσταντινούπολη Ιωάννης Φραγκόπουλος
(1800), που κοινοβίασαν εδώ προτού πεθάνουν και διέθεσαν γι' αυτό τις
μεγάλες περιουσίες τους.
τύμπανο.
στους χώρους αυτούς έχουν μεταφερθεί αντίστοιχα η πρόθεση και το
διακονικό, που βρίσκονται, ως γνωστό, από τη μια και την άλλη μεριά της
κεντρικής κόγχης του Ιερού Βήματος. Οι αξιόλογες τοιχογραφίες του
καθολικού έγιναν στα 1546 από τον ζωγράφο Τζώρτζη, που θεωρείται ένας
από τους κύριους εκπροσώπους της Κρητικής σχολής. Αυτός μιμείται τον
Θεοφάνη, αλλά και διαφέρει κάπως στην απόδοση της πτυχολογίας των
ενδυμάτων , καθώς και στη μεγαλύτερη σχηματικότητα και ασκητική
αυστηρότητα που χαρακτηρίζουν τις μορφές του, ενώ, ως προς τη διάταξη
των θεμάτων, ακολουθεί το εικονογραφικό πρόγραμμα που παρατηρείται και
στους άλλους ναούς. στο δεξιό κλίτος σώζονται οι ολόσωμες παραστάσεις
του κτίτορα Πέτρου και των παιδιών του μαζί με τη σχετι1<ή επιγραφή.
Ο νάρθηκας, που ενσωματώνεται στη δυτική πλευρά του μοναστηριού,
τοιχογραφήθηκε αργότερα από κάποιον Ρουμάνο ζωγράφο. Σπουδαίο είναι το
ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού (180ς αι.) με εξαιρετικά πλούσιο διάκοσμο,
επιχρυσωμένο ολόκληρο με καθαρό χρυσάφι. Σ' αυτό, εκτός από τις
νεότερες εικόνες του (1805-1818), βρίσκονται και μερικές παλαιότερες
και μάλιστα οι πέντε της Μεγάλης Δεήσεως, έργο του Κρητικού ζωγράφου
Ευφρόσυνου (1542). Ακόμη σε άλλο σημείο του ναού σώζονται οι εικόνες
του Χριστού και της Παναγίας, καθώς και ο μεγάλος σταυρός, που ,
προέρχονται από το παλαιό τέμπλο. Στο Ιερό Βήμα, στους χορούς και αλλού
βρίσκει κανείς επίσης και άλλες εικόνες μεγάλης καλλιτεχνικής και
ιστορικής αξίας, που χρονολογούνται από τον 140 αιώνα και εξής. Τέλος,
αξίζει να σημειωθούν εδώ και μερικά γλυπτά έργα από ξύλο με φίλντισι,
όπως είναι ο δεσποτικός θρόνος, το προσκυνητάρι, τα αναλόγια στους δύο
χορούς των ψαλτών, καθώς και η Αγία Τράπεζα, που κατασκευάστηκε το
1685. Εκτός από τον κεντρικό ναό του το μοναστήρι αριθμεί και πολλά
άλλα παρεκκλήσια μέσα στον περίβολο και έξω από αυτόν. Το σπουδαιότερο
είναι της Παναγίας του Ακαθίστου, που βρίσκεται αριστερά της λιτής,
μέσα στο καθολικό, με τοιχογραφίες του ζωγράφου Μακαρίου (1615) που,
δυστυχώς, επιζωγραφήθηκαν το 1890 από τον Μιχαήλ Καισαρέα, όπως δείχνει
επιγραφή στο υπέρθυρο.
τού
λεγομένου Χελανδάρι». Αργότερα, άλλωστε , σ' ένα έγγραφο του έτους
1141 , που σώζεται στη Λαύρα, υπογράφει ανάμεσα σε άλλους και κάποιος
μοναχός με το όνομα Συμεών (;) της μονής Χε(λαν)δαρίου. Η γνώμη ότι η
ονομασία του μοναστηριού οφείλεται στο βυ- ζαντινό πλοίο χελάνδιο, του
οποίου το σχήμα διατηρεί δήθεν το μοναστήρι, φαίνεται κάπως απίθανη. Από
πολλούς ερευνητές, εξάλλου, ονομάζεται και γράφεται μονή Χιλιανδαρίου ή
Χιλιανταρίου ή Χιλανδαρίου. 'Οσοι δέχονται τον τύπο αυτό ετυμολογούν
τη λέξη είτε από το χίλιοι και αντάρα (ομίχλη), έκ τού χέειν τόν τόπον
άντάραν», ή από το χίλιοι και άνδρες, δηλαδή από τον αριθμό των
πειρατών που, σύμφωνα με την παράδοση, επιτέθηκαν κάποτε με ληστρικές
διαθέσεις εναντίον του μοναστηριού χωρισμένοι σε δύο ομάδες και που
αλληλοεξοντώθηκαν λόγω της πυκνής ομίχλης, γιατί ήταν αδύνατο να
καταλάβουν ποιοι ήταν οι δικοί τους και ποιοι οι ξένοι. Σε βυζαντινά
χρυσόβουλλα και άλλα παλαιά έγγραφα, καθώς και σε διά- φορα σημειώματα
των χειρογράφων , κυρίως των σλαβικών , απαντούν και οι δύο τύποι.
αταγωγής.
Α πό τον 17 ο όμως αιώνα αρχίζει η παρακμή του μοναστηριού, ιδιαίτερα
από το έτος 1675, όταν προσαρτήθηκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο η
αρχιεπισκοπή Ιπεκίου. Η προσέλευση Σέρβων σιγά σιγά λιγοστεύει μέχρι το
σημείο τον επόμενο αιώνα να ζουν στο μοναστήρι μοναχοί κυρίως
βουλγαρόφωνοι (τέλος 180υ αι.), ανάμεσα στους οποίους και ο μεγάλος
συγγραφέας Παϊσιος, που έγραψε την ιστορία των Βουλγάρων και πολλά άλλα
αξιόλογα έργα. Στα χρόνια 1722 και 1891 το μοναστήρι καταστράφηκε από
δύο αντίστοιχες πυρκαγιές, που λίγο έλειψε να εξαφανίσουν εντελώς τους
κόπους και τα πλούτη των περασμένων εποχών , Τ ο έτος 1896 επισκέφθηκε
το Χελανδάρι ο βασιλιάς της Σερβίqς Αλέξανδρος Α ' , που το ενίσχυσε
οικονομικά και έστειλε πολλούς Σέρβους μοναχούς, οι οποίοι τελικά
επικράτησαν και πήραν ξανά τη διοίκηση του μοναστηριού. Στους αγώνες του
Αγίου 'Ορους για την ενσωμάτωσή του στην Ελλάδα, οι Σέρβοι μοναχοί
συμπαραστάθηκαν ούσιαστικά και μάλιστα με τον Πρώτο, που κατά τύχη το
έτος εκείνο (1913) ήταν Χελανδαρηνός. Επίσης στον Β 'Παγκόσμιο πόλεμο
συνεργάστηκαν με τους 'Ελληνες εναντίον του κατακτητή. Εξωτερικά το
μοναστήρι, όπως και τα άλλα του 'Ορους, δίνει την εντύπωση ενός
φρουρίου με τον οχυρωματικό του περίβολο, τη διάταξη των οικοδομών και
τους δύο πύργους, από τους οποίους ο ένας, στην ανατολική πλευρά,
αποδίδεται στον ιδρυτή του, τον άγιο Σάββα. 'Ενας ακόμη πύργος υπάρχει
έξω από το μοναστήρι προς βορρά πηγαίνοντας για τον αρσανά του, που
ονομάζεται από τον ιδρυτή του πύργος του Μιλούτιν . Το αφιερωμένο στα
Εισόδια της Θεοτόκου καθολικό του μοναστηριού κτίστηκε στις αρχές του
140υ αιώνα κατά το βυζαντινό αγιορειτικό τύπο. Από τους δύο νάρθηκες ο
εξωτερικός προστέθηκε αργότερα από τον πρίγκιπα Λάζαρο. Η τοιχογράφηση
του ναού ανήκει στα χρόνια 1319-1320. Αυτό προκύπτει, εκτός από άλλα
στοιχεία, και από την εικονιστική μορφή του κτίτορα Μιλούτιν , που εδώ
παριστάνεται σε ηλικία 70 περίπου χρόνων , ενώ σε άλλα μνημεία, που ο
ίδιος ίδρυσε προηγουμένως, εικονίζεται σε διαφορετική κάθε φορά ηλικία.
Δυστυχώς οι αξιόλογες αυτές βυζαντινές τοιχογραφίες επιζωγραφήθηκαν
στα χρόνια 1803/4. Ωστόσο μπορούμε να διακρίνουμε μερικά βασικά
χαρακτηριστικά τους, όπως είναι η διηγηματικότητα, οι κινημένες μορφές,
οι αφύσικες πολλές φορές στάσεις και χειρονομίες, η παράθεση ηθο-
γραφικών σκηνών κτλ. Σε πολλές μάλιστα παραστάσεις ο ζωγράφος του
Χελανδαρίου ξεπερνά τη δραματικότητα, τη δίνη και τον εξπρεσσιονισμό,
που παρατηρούνται στις σύγχρονες τοιχογραφίες του Πρωτάτου. Τελευταία
άρχισε το καθάρισμα των τοιχογραφιών αυτών και αποκαλύφθηκαν κιόλας
μερικές παραστάσεις. Πολύ ενδιαφέρον θεωρείται το θαυμάσιο μαρμαροθέτημα
στο δάπεδο του ναού, καθώς και το ξυλόγλυπτο μεταβυζαντινό τέμπλο του
(1774). Πίσω από τον επισκοπικό -ηγουμενικό -θρόνο, στα «γεροντικά,
βρίσκεται ο ασημένιος τάφος του αγίου Συμεών , από όπου φύτρωσε ένα
κλήμα, που σώζεται ακόμη και του οποίου οι ρώγες καταπολεμούν τη
στειρότητα των γυναικών. σε άλλα σημεία μέσα στο ναό υπάρχουν μερικοί
ακόμη τάφοι των διαφόρων κτιτόρων . Βόρεια του καθολικού και στη μέση
περίπου της αυλής του μοναστηριού βρίσκεται η φιάλη του αγιασμού, που
στεγάζεται με θόλο, ο οποίος στηρίζεται σε 8 κίονες. Κατασκευάστηκε το
1784 και τοιχογραφήθηκε, όπως μας πληροφορεί η σχετική επιγραφή της ,
το 184 7 από τον Γ αλατσιάνο ζωγράφο Μακάριο ιερομόναχο και την ομάδα
του. Η τράπεζα του μοναστηριού, ορθογώνιο κτίσμα με δύο κόγχες και δύο
εισόδους, είναι ενσωματωμένη στη δυτική πλευρά απέναντι ακριβώς από την
πρόσοψη του καθολικού. Εκτός από τις τοιχογραφίες του Σέρβου μοναχού και
αγιογράφου Γεωργίου Μητροφάνοβιτς (1623), που γεμίζουν ολόκληρη την
επιφάνειά της, τελευταία ήρθαν στο φως αξιόλογες βυζαντινές
τοιχογραφίες του 140υ αιώνα με σκηνές από την Παλαιά Διαθήκη, στο
αέτωμα, πάνω από τη βόρεια κόγχη της. Τ ο Χελανδάρι μαζί με το καθολικό
του διαθέτει και 13 ακόμη παρεκκλήσια. Από αυτά τα 11 βρίσκονται μέσα
στο μοναστήρι σε διάφορα σημεία του και είναι όλα, πλην ενός,
τοιχογραφημένα με τοιχογραφίες που αρχίζουν από τον 130ν αιώνα μέχρι
τον 180. Τα άλλα δύο, έξω από αυτό, είναι του Αγίου Τρύφωνα στον κήπο
και του Ευαγγελισμού στο κοιμητήριο, στο οποίο βρέθηκαν πριν από λίγα
χρόνια κάτω από τον σουβά και αποκαλύπτονται ακόμη ενδιαφέρουσες
τοιχογραφίες του 140υ αιώνα. Κοντά στο μοναστήρι υπάρχουν δύο κελλιά
του, του Αγίου Στεφάνου πάνω στο λόφο της Σαμάρειας και της Αγίας
Τριάδος προς τη μονή Ζωγράφου. στο δεύτερο, εκτός από τις τοιχογραφίες
του μεταγενεστέρου κτίσματος, σώζονται τμήματα μόνο τοιχογραφιών του
130υ αιώνα σε μια μικρή κόγχη κάποιου παλαιότερου ναού. Στις Καρυές 15
κελλιά ανήκουν επίσης στο Χελανδάρι. Απ' αυτά το σπουδαιότερο είναι ο
παλαιός Πύργος του Αγίου Σάββα, που καλείται Τυπικαριό, όπου ο άγιος,
σύμφωνα με την παράδοση, έφερε από την Παλαιστίνη τη σωζόμενη ακόμη και
σήμερα εικόνα της Θεοτόκου. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ιδιαίτερα εδώ το
κελλί της Μολυβοκκλησιάς, μισή ώρα βορειοδυτικά από τις Καρυές, με
σπουδαίες τοιχογραφίες Κρητικής σχολής και πολύ αξιόλογο ξυλόγλυπτο
τέμπλο του 170υ αιώνα στο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Από τα μετόχια
του μοναστηριού σήμερα σώζονται μόνο τρία: της Κομίτσας (ή Κομίτισσας)
δύο ώρες περίπου μακριά από το Χελανδάρι, της Ζωοδόχου Πηγής στη θέση
Κάκαβος κοντά στην Ιερισσό και της Καλαμαριάς ή του Αγίου Νικολάου στη
Σωζόπολη της Χαλκιδικής. Πλούσιο θεωρείται το μοναστήρι από άποψη
κειμηλίων , από τα οποία τα περισσότερα στεγάζονται σ' ένα σύγχρονο
κτίριο ανατολικά του καθολικού. Και πρώτα πρώτα μια συλλογή από φορητές
εικόνες, πολλές από τις οποίες προέρχονται από τη βυζαντινή εποχή και
διατηρούνται σε άριστη κατάσταση. οι σπουδαιότερες είναι: δύο της
Θεοτόκου Οδηγήτριας, η μία ψηφιδωτή, του Χριστού, των Ευαγγελιστών , των
Εισοδίων της Θεοτόκου, των αποστόλων Πέτρου και Παύλου, του Προδρόμου,
των αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ, των πέντε Μαρτύρων κτλ. Επίσης 5
πολύτιμοι λίθοι με τον Χριστό, τη Θεοτόκο και τον άγιο Δημήτριο, το
περίφημο δίπτυχο με τις 24 μικρογραφίες, το δίπτυχο του Ούγγλεση, ένα
τρίπτυχο του έτους 1548, βημόθυρο με την παράσταση του Ευαγγελισμού,
έργο του ζωγράφου Μητροφάνοβιτς (1616), ένα ποτήρι του ηγεμόνα Δουσάν , η
ποιμαντορική ράβδος του Συνεσίου Ζίγκοβιτς (1757) κτλ. Στο καθολικό
υπάρχουν επίσης, εκτός από τις εικόνες της Παναγίας Τριχερούσας, της
Παπαδικής και του Ακαθίστου, πολλά κεντητά άμφια και υφάσματα, από τα
οποία ξεχωρίζουν δύο παραπετάσματα, της Ευφημίας (1399) και της
Αναστασίας (1556), δύο σταυροί με Τίμιο Ξύλο, δώρο του αυτοκράτορα
Ιωάννη Γ .Βατάτζη, ένας ακόμη σταυρός κοσμημένος με πολύτιμους λίθους,
μέρος από το ακάνθινο στεφάνι, το καλάμι και το σάβανο του Χριστού,
λειψανοθήκες με λείψανα αγίων και πολλά άλλα. Η βιβλιοθήκη των
χειρογράφων στεγάζεται στο ίδιο κτίσμα, όπου και το σκευοφυλάκιο του
μοναστηριού. Περιέχει 181 ελληνικούς και 809 σλαβικούς κώδικες, από τους
οποίους οι 47 είναι περγαμηνοί και όλοι οι άλλοι χάρτινοι, καθώς και 7
ελληνικά και 5 σλαβικά ειλητάρια. Η διακόσμηση των εικονογραφημένων
χειρογράφων εδώ περιορίζεται κυρίως σε επίτιτλα και αρχικά γράμματα. Σε
άλλο χώρο, κάτω από το συνοδικό του μοναστηριού, είναι τακτοποιημένα
τα έντυπα βιβλία, που ξεπερνούν τις 20.000, ελληνικά (3.000) και
σλαβικά. Τέλος, ανάμεσα στους πολύτιμους θησαυρούς του μοναστηριού θα
μπο- ρούσαμε να αναφέρουμε και το αρχείο του, όπου φυλάσσονται πάνω από
400 έγγραφα, από τα οποία τα 165 είναι βυζαντινά -ελληνικά -χρυσόβουλλα,
160 σερβικά, 9 ρωσικά, 2 βουλγαρικά, 31 μολδοβλαχικά και 70 τουρκικά
φερ- μάνια και βεράτια. Στα έγγραφα αυτά συμπεριλαμβάνονται και τα
ιδρυτικά χρυσόβουλλα του μοναστηριού. Το Χελανδάρι, από την ίδρυσή του
μέχρι σήμερα, κατέχει την τέταρτη θέ- ση μεταξύ των αθωνικών μοναστηριών
.Τη θέση αυτή ίσως κατείχε προηγουμένως το μοναστήρι του Ζυγού, προτού
προσαρτηθεί στο σερβικό μοναστήρι. Πρόσφατα πήρε τη θέση του και αυτό
ανάμεσα στα κοινόβια του 'Ορους. Αριθμεί συνολικά 60 περίπου Σέρβους
μοναχούς μέσα και έξω από το μοναστήρι.
Λαύρα και το Βατοπέδι, στη θέση ή περίπου εκεί, όπου προηγουμένως ήταν
η λαύρα του αγίου Κλήμεντος. Η ίδρυσή του συνδέεται με τα ονόματα
Ιωάννη του 'ιβηρα και Ιωάννη του Τορνικίου. φαίνεται όμως ότι πρόκειται
για ένα πρόσωπο, αν και οι γεωργιανές πηγές διακρίνουν καθαρά τους δύο
άνδρες. Ο Ιωάννης Τορνίκιος, που ήταν αυλικός του ηγεμόνα της Ιβηρίας
Δαβίδ και αξιωματούχος του Βυζαντίου, τα εγκατέλειψε όλα και έγινε
μοναχός στην αρχή σ' ένα μοναστήρι κάπου στη Μακεδονία. Μετά πήγε στον
'Ολυμπο και τελευταία στον ’θω, σε μια έρημη γωνιά στην περιοχή της
Λαύρας, όπου του δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσει τον όσιο Αθανάσιο και να
τον παρακαλέσει να μείνει κοντά του. Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου
Βασίλειος Β . κάλεσε στην πρωτεύουσα τον μοναχό πια Τορνίκιο και ζήτησε
τη βοήθειά του σε διάφορα διπλωματικά και στρατιωτικά θέματα και
ειδικότερα στην καταστολή της ανταρσίας του στρατηγού Βάρδα Σκληρού,
που είχε κιόλας στασιάσει εναντίον του κράτους και κτυπούσετα βασιλικά
στρατεύματα.
μαρμαροθέτημα
με διάφορα γεωμετρικά σχήματα και μια μεγαλογράμματη επιγραφή γύρω
γύρω: «Εγώ εστερέωσα τους στύλους αυτής και εις τον αιώνα ου
σαλευθήσεται, Γεώργιος μοναχός ο 'ιβηρ και κτίτωρ». Αξιόλογα είναι εδώ
και τα δίζωνα κιονόκρανα, σε δεύτερη φυσικά χρήση, με φύλλα ακάνθου και
κεφάλια μοσχαριών στις γωνίες, που βρίσκονται στους κίονες του κυρίως
ναού. Οι τοιχογραφίες του καθολικού ανήκουν σε διάφορες εποχές, από τον
160 μέχρι τον 190 αιώνα, οπότε έχουμε και επιζωγράφησή τους.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν το μεταβυζαντινό ξυλόγλυπτο τέμπλο με τον
πλουσιότατο φυτικό του διάκοσμο, η πόρτα που οδηγεί από τον εξωνάρθηκα
στη λιτή, κατασκευασμένη από άργυρο και έβενο με πολύ λεπτή τέχνη, και η
αργυρή επτάφωτη λυχνία σε σχήμα λεμονιάς με 30 επιχρυσωμένα λεμόνια
και 7 κηροπήγια, που, σύμφωνα με την έμμετρη διπλή επιγραφή τους,
ελληνικά και ρωσικά, δόθηκε ως δώρο στον αρχιμανδρίτη Κύριλλο για το
μοναστήρι του το έτος 1818 από τους κατοίκους της Μόσχας. 'Εξω από τον
διπλό νάρθηκα του ναού προστέθηκε αργότερα και ένας τρίτος υαλόφρακτος
νάρθηκας με τοιχογραφίες του έτους 1795. Μπροστά από το καθολικό υπάρχει
η φιάλη του αγιασμού, που ανακαινίστηκε μετά την πυρκαγιά του 1865,
και απέναντι από την πρόσοψή του η τράπεζα του μοναστηριού, που
ανοικοδόμησε και μεγάλωσε ο αρχιμανδρίτης Αθανάσιος ο Ακαρνάν το έτος
1848 το ίδιο αυτό έτος κτίστηκε και το ψηλό κωδωνοστάσιο πάνω από την
είσοδό της. Στο βάθος απέναντι από τη μεγάλη πύλη του μοναστηριού και
στο μέσο περίπου της νότιας πλευράς του υψώνεται ο αμυντικός πύργος
(1725), που σήμερα είναι πολύ κατεστραμμένος, ενώ αντίθετα σε καλή
κατάσταση σώζεται άλλος ωραίος πύργος (1626) στον αρσανά του δίπλα στη
θάλασσα. Εκτός από το καθολικό υπάρχουν άλλα 16 παρεκκλήσια μέσα στον
περίβολο του μοναστηριού. Από αυτά τα δύο με τοιχογραφίες, του Αγίου
Νικολάου (1846) και των Αρχαγγέλων (1812), βρίσκονται αντίστοιχα στο
δεξιό και το αριστερό μέρος της λιτής. στο δεύτερο φυλάσσονται
προσεκτικά τεμάχια από λείψανα 150 περίπου αγίων, τμήματα από τα όργανα,
που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη Σταύρωση του Χριστού και ένα τεμάχιο
Τιμίου Ξύλου. ’λλα δύο σημαντικά παρεκκλήσια είναι κτισμένα στην αυλή,
της Παναγίας Πορταίτισσας και του Προδρόμου. Στο πρώτο (1680), που
βρίσκεται δίπλα στην παλαιά είσοδο του μοναστηριού, φυλάσσεται η
θαυματουργή εικόνα της Παναγίας με πλούσιο επιχρυσωμένο ένδυμα, που,
κατά την παράδοση, ταξιδεύοντας από την Πόλη πάνω στα κύματα, βγήκε από
τη θάλασσα σε κάποιο σημείο κοντά στο σημερινό μοναστήρι. Η
τοιχογράφηση του παρεκκλησίου έγινε το έτος 1683 και το εικονοστάσι του
κατασκευάστηκε το 1785. Ακόμη θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στο νάρθηκά
του, που τοιχογραφήθηκε το 177 4, ανάμεσα στις παραστάσεις των αγίων
εικονίζονται στη σειρά οι 'Ελληνες σοφοί Σόλων, Σοφοκλής, Θουκυδίδης,
Πλάτων, Αριστοτέλης και Πλούταρχος και οι βασιλείς Αλέξανδρος και
Δαρείος, Το άλλο παρεκκλήσι, του Τιμίου Προδρόμου, βρίσκεται στα
ανατολικά του προηγούμενου, Ανοικοδομήθηκε από τα θεμέλια από τον
ηγούμενο Αγάπιο (1710) και τοιχογραφήθηκε λίγα χρόνια αργότερα (1714).
το τέμπλο του αποτελεί λαμπρό έργο ξυλογλυπτικής τέχνης (1711 ). Στα
υπόλοιπα 12 παρεκκλήσια συναντούμε μόνο φορητές εικόνες. 'Εξω από το
μοναστήρι υπάρχουν 11 καθίσματα, 13 κελλιά προς την κατεύθυνση των
Καρυών , άλλα 3 προς τη μονή Φιλοθέου και 1 0 μέσα ή κοντά στις Καρυές'
από αυτά του Αγίου Δημητρίου χρησιμεύει για αντιπροσωπείο. Στο
μοναστήρι των Ιβήρων ανήκει και η σκήτη του Προδρόμου ή Ιβηριτική
σκήτη, που βρίσκεται στα δυτικά του προς το βουνό σε απόσταση μισής
ώρας. Πρόκειται για μια ελληνική, ιδιόρρυθμη σκήτη, που ιδρύθηκε το
1730, ενώ το κυριακό της κτίστηκε το 1779 και τοιχογραφήθηκε το 1799, Η
σκήτη σήμερα περιέχει 8 καλύβες και ένα μικρό αριθμό (5 ή 6) μοναχών.
Πλουσιότατο και από τα πιο αξιόλογα του Αγίου 'Ορους είναι το
σκευοφυλάκιο της μονής Ιβήρων , το οποίο στεγάζεται μαζί με τη
βιβλιοθήκη σ' ένα νεότερο ισόγειο κτίσμα μέσα στην αυλή. Σ' αυτό
φυλάσσονται ανεκτίμητοι θησαυροί, ιερά χρυσοκέντητα άμφια,
εκκλησιαστικά σκεύη, σταυροί, δισκοπότηρα, εγκόλπια, μίτρες, ολόκληρη η
αρχιερατική στολή του πατριάρχη Διονυσίου Δ ' , ο μανδύας του Γ
ρηγορίου Ε ' , μια κεντημένη ωραία Πύλη (παραπέτασμα) της κεντήτριας
Κοκκόνας Ωρολογά με την παράσταση της Μεταστάσεως της Θεοτόκου και
πολλά άλλα ιερά αντικείμενα και κειμήλια. Τέλος ο λεγόμενος σάκκος του
αυτοκράτορα Τσιμισκή, που βρίσκεται στη βιβλιοθήκη και που κοσμείται με
διάφορα αραβουργηματοειδή σχήματα και παραστάσεις από 1 0 λιοντάρια
και 4 δικέφαλους αετούς. κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για αρχιερατικό
ένδυμα του 150υ αιώνα. Πλούσια και καλά οργανωμένη είναι και η
βιβλιοθήκη του μοναστηριού. Περιέχει πάνω από 2.000 χειρόγραφα, ποικίλης
ύλης και περιεχομένου, και 15 λειτουργικά ειλητάρια. Από όλους αυτούς
τους κώδικες οι 123 είναι περγαμηνοί, ενώ οι υπόλοιποι βομβύκινοι (23)
και χάρτινοι. σ' αυτούς θα πρέπει να προστεθούν και 1 00 περίπου
περγαμηνοί γραμμένοι σε γεωργιανή γλώσσα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η
εικονογράφηση ορισμένων ελληνικών χειρογράφων , (όπως είναι των: 1 , 5,
55, 56, 111 , 463, 87 4 κ.ά.). Εκτός όμως από το τμήμα των χειρογράφων
η βιβλιοθήκη περιέχει και πάνω από 20.000 έντυπα, όπου βρίσκει κανείς
μερικά σπουδαία αρχέτυπα και παλαίτυπα βιβλία. Στο χώρο της βιβλιοθήκης
φυλάσσονται ακόμη πολλά πολύτιμα αυτοκρατορικά και πατριαρχικά έγγραφα
και κυρίως τα χρυσόβουλλα των αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου Ζ '
Πορφυρογέννητου (946 και 958), Ρωμανού Β ' (960), Βασιλείου Β .(980)
κ.ά. Το μοναστήρι των Ιβήρων κατέχει την τρίτη θέση στη σειρά ιεραρχίας
των 20 αθωνικών μοναστηριών. Είναι κοινόβιο (1990) και, καθώς
σημειώσαμε παραπάνω, κατοικήθηκε από την αρχή από μοναχούς που
κατάγονταν από την Ιβηρία, για την οποία κάποτε υπήρξε ένα μεγάλο
πνευματικό κέντρο. Ο τελευταίος Ίβηρας πέθανε το 1955. Σήμερα αριθμεί 90
περίπου συνολικά μοναχούς μέσα και έξω από το μοναστήρι, στη σκήτη και
στα διάφορα κελλιά του.
Το
Βατοπέδι, μεγάλο επίσης μοναστήρι, όπως το προηγούμενο της Λαύρας,
είναι κτισμένο σ' έναν ορμίσκο της βορειοανατολικής πλευράς της
χερσονήσου, πάνω σε μια κατάφυτη πλαγιά και αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό
της Θεοτόκου (25 Μαρτίου). στο χώρο αυτό ίσως υπήρχε άλλοτε η αρχαία
πολίχνη Δίον . Ο χρόνος της ιδρύσεως του μοναστηριού και η προέλευση
της ονομασίας του απασχολούν ακόμη τους ερευνητές Σύμφωνα με την
παράδοση ιδρύθηκε στο τέλος του 40υ αιώνα από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α
' από ευγνωμοσύνη προς τη Θεοτόκο που έσωσε τον γιο του ο οποίος,
ταξιδεύοντας στο πέλαγος, παιδί ακόμη, ναυάγησε κοντά στις ακτές του
'Ορους και μεταφέρθηκε θαυματουργικά στη στεριά κοντά σε μια βάτο. έτσι
ονομάστηκε και το μοναστήρι Βατο-παίδιον. Η ονομασία του όμως
Βατο-πέδιον, νομίζουμε ότι είναι προτιμότερη και εξηγείται από τις
πολλές βάτους που υπάρχουν στο πεδινό μέρος που απλώνεται μπροστά από
αυτό. Σε παλαιότερα έγγραφα το μοναστήρι ονομάζεται και «Λαύρα του
Βατοπεδίου» ή «Μεγάλη μονή του Βατοπεδίου». Ιστορικά όμως η ίδρυση του
μοναστηριού τοποθετείται στο β .μισό του 100υ αιώνα και με αυτή
συνδέονται τα ονόματα τριών μοναχών από την Αδριανούπολη, Αθανασίου,
Νικολάου και Αντωνίου, που ήρθαν στον ’θω την εποχή του οσίου Αθανασίου
με σκοπό να μονάσουν κοντά σ' αυτόν Ο όσιος όμως μετά από λίγο τους
έστειλε στην περιοχή της σημερινής μονής Βατοπεδίου, όπου φαίνεται ότι
υπήρχαν ασκητές πολύ νωρίτερα, ίσως ακόμη και ένα ή περισσότερα κελλιά,
που οι τρεις αυτοί ένωσαν και συνέστησαν το μοναστήρι.
εφαρμόζεται
ο ιδιόρρυθμος βίος γύρω στο 1541. Τ ο 1575 όμως το μοναστήρι έγινε
πάλι κοινόβιο, ύστερα μάλιστα από τις ενέργειες του πατριάρχη
Αλεξανδρείας Σιλβέστρου, για να αλλάξει ξανά και να επιστρέψει στην
ιδιορρυθμία, όπου παρέμεινε μέχρι το έτος 1989 οπότε έγινε εκ νέου
κοινόβιο. Κατά τον 170 αιώνα, μετά από τις βαριές φορολογίες των
τουρκικών αρχών , το Βατοπέδι αναγκάστηκε να πουλήσει πολλά κτήματα για
να μπορέσει να αντιμετωπίσει τις διάφορες ανάγκες και ιδιαίτερα τη
συντήρηση των μοναχών του, που ανέρχονταν τότε στους 300 περίπου. Στην
αντιμετώπιση των δυσκολιών συνέβαλαν πολύ τόσο οι τσάροι της Ρωσίας όσο
και οι ηγεμόνες των παραδουναβίων χωρών , το μοναστήρι όμως δεν μπόρεσε
παρ' όλα αυτά να αναλάβει για αρκετό καιρό. Η ανόρθωσή του κατορθώθηκε
μόλις τον επόμενο 180 αιώνα, πράγμα που φαίνεται, εκτός από άλλα, και
από τη λειτουργία με έξοδα των Βατοπεδινών της Αθωνιάδος εκκλησιαστικής
σχολής, που στεγαζόταν σε ανεξάρτητο κτίριο απέναντι από το μοναστήρι.
Επίσης ανακαινίστηκε το ίδιο το μοναστήρι και μεγάλωσε σε έκταση με την
προσθήκη νέων οικοδομών , χάρη στις δωρεές των πατριαρχών
Κωνσταντινουπόλεως Κυπριανού και Αλεξανδρείας Γερασίμου, πολλών μοναχών,
καθώς και άλλων, ανωνύμων πολλές φορές, ατόμων μέσα από το υπόδουλο
Γένος. Οι σημερινές κτιριακές εγκαταστάσεις του μεγάλου μοναστηριού
αρχίζουν από την ίδρυσή του και χρονολογούνται σε διαφορετικές εποχές.
Αυτό οφείλεται στις πολλές ανακαινίσεις του, που έγιναν ή για
νααποκατασταθούν οι ζημιές, μετά τις πειρατικές επιδρομές και τις
καταστρεπτικές πυρκαγιές, ή για τη διεύρυνση του μοναστηριού μπροστά
στις νέες ανάγκες και στον μεγάλο συνήθως αριθμό των Βατοπεδινών μοναχών
.Οι οικοδομές του εμφανίζουν ένα πολυγωνικό σχήμα με καθαρά φρουριακό
χαρακτήρα. Είναι τοποθετημένες γύρω από μια πελώρια πλακόστρωτη αυλή
και η μια πλευρά, η βορεινή, που είναι παράλληλη προς τη θάλασσα, έχει
μήκος 200 μέτρα περίπου. Τ ο καθολικό είναι κτίσμα του 1 Οου αιώνα,
φυσικά με μερικές αλλαγές και προσθήκες, και τιμάται στο όνομα του
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Ακολουθεί ως προς το σχήμα το βυζαντινό
αγιορειτικό τύπο, όπως τον είδαμε στο καθολικό της Λαύρας. Νεότερος
είναι ο εξωνάρθηκας του ναού, που προστέθηκε ανοικτός και διώροφος το
έτος 1426, και το κωδωνοστάσιο μετά από ένα χρόνο. Το σημερινό
ξυλόγλυπτο τέμπλο κατασκευάστηκε το 1788, αλλά στο παρεκκλήσιο του Αγίου
Νικολάου σώζεται ένα τμήμα από το παλαιό μαρμάρινο και χαμηλό τέμπλο,
που προέρχεται από τη βυζαντινή εποχή. Η τοιχογράφηση του καθολικού,
σύμφωνα με μια επιγραφή, έγινε στις αρχές του 140υ αιώνα και μάλιστα
στα χρόνια του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Β .και του ιερομονάχου Αρσενίου.
Οι πρώτες όμως τοιχογραφίες δέχθηκαν δύο νεότερες επιζωγραφήσεις (1739
και 1819), που μείωσαν κάπως την αρχική τους αξία. Ωστόσο μπορεί κανείς
να διακρίνει κάτω από τα άτονα χρώματα της επιζωγραφήσεως τα
χαρακτηριστικά της λεγόμενης Μακεδονικής σχολής, ειδικά στις
παραστάσεις του Μυστικού Δείπνου, της Προδοσίας, των Παθών του Χριστού
κτλ. Οι νεόίερες τοιχογραφίες του εξωνάρθηκα εκτελέστηκαν μετά το
κτίσιμό του και επιζωγραφήθηκαν και αυτές το 1819. Ο ναός διασώζει και
ορισμένα αξιόλογα ψηφιδωτά από τη βυζαντινή εποχή, που είναι και τα
μοναδικά στο είδος τους μέσα στο ’γιον 'Ορος. Είναι οι παραστάσεις του
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, πάνω από τα κιονόκρανα των δύο ανατολικών
κιόνων του κυρίως ναού, της Δεήσεως, στο τύμπανο της εισόδου της λιτής
και πάλι του Ευαγγελισμού, κάτω απ' αυτή. επίσης του αγίου Νικολάου,
νεότερη, στο υπέρθυρο του ομώνυμου παρεκκλησίου. Τέλος αξίζει να
αναφέρουμε και το θαυμάσιο μαρμαροθέτημα στο δάπεδο του καθολικού. Εκτός
όμως από τον κεντρικό αυτό ναό, το μοναστήρι διαθέτει ένα μεγάλο
αριθμό από παρεκκλήσια, από τα οποία 5, του Αγίου Νικολάου και του
Αγίου Δημητρίου, δεξιά και αριστερά της λιτής, της Παναγίας της
Παραμυθίας, περίπου πάνω από το δεύτερο, και των Αρχαγγέλων και της
Αγίας Τριάδος δεξιά και αριστερά στα κατηχούμενα, είναι ενσωματωμένα στο
καθολικό, Από αυτά το τρίτο, όπου γίνονται και οι κουρές των νέων
μοναχών , κτίστηκε και τοιχογραφήθηκε το έτος 1678 με έξοδα του Γ
ρηγορίου επισκόπου Λαοδικείας και επιζωγραφήθηκε το 1846. 'Εξω από το
ναό, στην αυλή του μοναστηριού, έχουμε δύο, της Αγίας Ζώνης, που
ονομάζεται έτσι από την τίμια Ζώνη της Θεοτόκου που σήμερα φυλάσσεται
στο Ιερό Βήμα του καθολικού, και των Αγίων Αναργύρων' όπως τα
προηγούμενα έτσι και τα δύο αυτά είναι αγιογραφημένα. Ακόμη στις σειρές
των κελλιών υπάρχουν άλλα 12 παρεκκλήσια, από τα 0ποία μόνο ένα, του
Αγίου Ανδρέου, φέρει τοιχογραφίες. Τέλος, έξω από τον περίβολο του
μοναστηριού βρίσκονται πολυάριθμα άλλα, όπως των Αγίων Αποστόλων στο
κοιμητήρι (νεότερο, τοιχογραφημένο), των Αγίων Πάντων στο αμπέλι
(ερείπια), του Αγίου Μοδέστου, του Αγίου Νικολάου και άλλα στα διάφορα
εξαρτήματά του. 'Εξω από την κύρια είσοδο του καθολικού, στην πρόσοψή
του, βρίσκεται η φιάλη του αγιασμού και απέναντι ακριβώς η τράπεζα του
μοναστηριού, που κτίστηκε τον 120 αιώνα στα χρόνια του αυτοκράτορα
Αλεξίου και τοιχογραφήθηκε πολύ μεταγενέστερα, το έτος 1786. Από άποψη
κειμηλίων το Βατοπέδι εμφανίζεται πολύ πλούσιο, διαθέτοντας ένα από τα
πιο ενδιαφέροντα σκευοφυλάκια του Αγίου 'Ορους. Εδώ φυλάσσονται πολλά
και σπάνια κειμήλια, αξιόλογες φορητές εικόνες (όπως τη.ς Σταυρώσεως
και της αγίας ’ννας, ψηφιδωτές, μια άλλη του αγίου Γεωργίου από αχάτη),
χρυσοκέντητα ιερά άμφια, εκκλησιαστικά σκεύη, χειρόγραφα Ευαγγέλια και
ένα πλήθος από άλλα σπάνια αντικείμενα.
συστηματοποίηση
του μοναχισμού στο 'Ορος, μετά από μιαν ανοργάνωτη και ιδιότυπη ζωή
των αγιορειτών ασκητών. Ιδρυτής του ο σοφός και ανακαινιστής μοναχός
Αθανάσιος, που μόναζε πρώτα σε κάποιο μοναστήρι στον 'Ολυμπο της
Βιθυνίας, τον καιρό που ηγούμενός του ήταν ο περίφημος Μιχαήλ Μαλείνος,
θείος του Νικηφόρου Φωκά. Εκεί συνδέθηκε με στενή φιλία με τον
αρχιστράτηγο τότε της Ανατολής και κατόπιν αυτοκράτορα Νικηφόρο, που
του πρότεινε να εγκαταλείψει τον 'Ολυμπο και να έρθει στον ’θω, όπου
αργότερα θα τον ακολουθούσε και ο ίδιος. Ο Αθανάσιος, αν και είχε στην
αρχή ορισμένες επιφυλάξεις, θεμελίωσε τη Λαύρα το 963, στηρίζοντας
βέβαια τις ελπίδες του στον φίλο του αυτοκράτορα .ως θέση διάλεξε το
μέρος όπου πιθανόν να υπήρχε παλαιότερα η αρχαία πελασγική πόλη
Ακρόθωοι. Σύμφωνα με τη βιογραφία του, που χρονολογείται στον 11 ο
αιώνα, έκτισε πρώτα το τετράπλευρο τείχος γύρω γύρω, ύστερα το καθολικό
και στη συνέχεια τις σειρές των κελλιών .
σήμερα,
δεν υπάρχει για την ώρα μια τελική και γενικά παραδεκτή εξήγηση. Οι
ερευνητές διαφωνούν ακόμη μεταξύ τους και προτείνουν πολλές και διάφορες
γνώμες για την ιστορικοφι λολογική ερμηνεία της λέξεως. Οι
περισσότεροι ακολουθώντας βασικά την άποψη του Ουσπένσκυ, δέχονται την
ίδρυσή του από ένα Τούρκο με το όνομα Κουτλουμούς, που έζησε στο τέλος
του 130υ αιώνα και έγινε χριστιανός με το νέο όνομα Κωνσταντίνος.
Αναφέρουμε απλώς εδώ ότι σε έγγραφο της μονής, που είδαμε τελευταία και
όπου επιχειρείται η μετάφραση πολλών τουρκικών όρων, η λέξη κουτλουμούς
αντιστοιχεί προς «τον εξ Αιθιοπίας άγιον». Από έγγραφο όμως του αγίου
Παντελεήμονος με τη χρονολογία 1169, όπου υπογράφει και ο ιερομόναχος
ΗσαΙας «κε καθιγούμενος τής μονής Κουτλουμούσι», βγαίνει το συμπέρασμα
ότι από τον 120 κιόλας αιώνα υπήρχε ένα μοναστήρι στον ’θω με το
παραπάνω όνομα, που φυσικά θα πρέπει να ταυτιστεί με το σημερινό
Κουτλουμούσι. Επομένως η προηγούμενη υπόθεση μπορεί να σταθεί μόνο αν
παραδεχθούμε ότι ο Κουτλουμούς αυτός ήταν ένας αρχηγός των Αράβων , που
έζησε στον 11 ο αιώνα και ίδρυσε το μοναστήρι την εποχή αυτή ή λίγο
αργότερα, πάντως πιο νωρίς από το έτος 1169. ’λλοι ερευνητές εξάλλου,
που ασχολούνται γενικά με την ιστορία του Αγίου 'Ορους, προβάλλοντας τα
ανάλογα επιχειρήματά τους, τοποθετούν την ίδρυση του μοναστηριού άλλοτε
στον 10o και άλλοτε στον 11ο αιώνα.
μοναχών
μεταξύ τους καθορίστηκαν , όπως φαίνεται καθαρά, στην τρίτη διαθήκη
του ηγεμόνα. Το 1372 ο Χαρίτων έγινε μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας, αλλά
συνέχισε να υπηρετεί το Κουτλουμούσι ως ηγούμενός του. Μετά το θάνατό
του τον διαδέχθηκε στην ηγουμενία ο Βλάχος Μελχισεδέκ, που
αιχμαλωτίστηκε όμως από τους Τούρκους. Το αποκορύφωμα της λαμπρής αυτής
περιόδου αποτέλεσε η ανακήρυξη του μοναστηριού σε πατριαρχικό και
σταυροπηγιακό από τον πατριάρχη Αντώνιο, το 1393. Στις αρχές του 15oυ
αιώνα οι Κουτλουμουσιανοί μοναχοί με το πρόσχημα ότι δεν χωρούσαν πια
μέσα στο μοναστήρι τους, κατέλαβαν ξαφνικά το γειτονικό μοναστήρι του
Αλυπίου, που ήταν σχεδόν έρημο. Για να νομιμοποιήσουν , εξάλλου, την
πράξη τους αυτή επισκέφθηκαν τον πατριάρχη Ιωσήφ Β ., που επικύρωσε με
σιγίλλιό του (1428) την ένωση των δύο μοναστηριών, αλλά με ορισμένους
όρους, που ευνοούσαν οπωσδήποτε τη μονή Αλυπίου, μια και ο ίδιος έτυχε
να προέρχεται από αυτή. Οι όροι όμως αυτοί έμειναν μόνο στα χαρτιά
χωρίς να εφαρμοστούν και στην πράξη και το μοναστήρι του Αλυπίου
προσαρτήθηκε από τότε στο Κουτλουμούσι ως μετόχι του. σήμερα ταυτίζεται
με το κελλί των αγίων Αποστόλων. Αποτέλεσμα της ενώσεως αυτής ήταν να
αποκτήσει το Κουτλουμούσι μεγάλη δύναμη και να γίνει ένα από τα
σπουδαιότερα μοναστήρια του Αγίου 'Ορους. Αυτοκράτορες και ηγεμόνες
περνώντας από αυτό όλο και κάτι είχαν να του προσφέρουν . Την ακμή όμως
αυτή του μοναστηριού διαδέχθηκε από τα μέσα του 150υ αιώνα η παρακμή
και κατόπιν η ολοκληρωτική σχεδόν καταστροφή του από τη μεγάλη πυρκαγιά
του έτους 1497. Για να μπορέσει κάπως να αναλάβει, ενίσχυσαν το
Κουτλουμούσι ή όπως ονομαζόταν τότε «Λαύρα της Ρουμανικής χώρας», οι
ηγεμόνες των παραδουναβίων χωρών με πολλούς τρόπους. Κάποτε όμως
σταμάτησε η βοήθεια από τους ηγεμόνες αυτούς και άρχισαν να φροντίζουν
πια για το μοναστήρι 'Ελληνες αξιωματούχοι ή απλώς φιλόχριστοι και
ευσεβείς. Το 1767, δυστυχώς, συνέβη ακόμη μια φοβερή πυρκαγιά, που
κατέστρεψε την ανατολική πλευρά του μοναστηριού. Τη φορά αυτή ο
πατριάρχης Αλεξανδρείας Ματθαίος Γ ., όντας προηγουμένως
Κουτλουμουσιανός μοναχός, ήρθε εδώ μετά την παραίτησή του από τον
πατριαρχικό θρόνο και φρόντισε yLQ την ανόρθωση του μοναστηριού,
διαθέτοντας για το λόγο αυτό ολόκληρη την ατομική του περιουσία. Το έτος
1856, με σιγίλλιο του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου Ζ ' , το
μοναστήρι του Κουτλουμουσίου επέστρεψε στον κοινοβιακό τρόπο ζωής, αφού
πέρασε πολλούς αιώνες ως ιδιόρρυθμο, Το ίδιο έτος, καθώς και το 1870,
νέες πυρκαγιές κατέστρεψαν το μεγαλύτερο μέρος του εξωτερικού τείχους
και πολλές άλλες οικοδομές στις τρεις πλευρές, δυτική, βόρεια και
νότια. Ευτυχώς, από τις πυρκαγιές αυτές διασώθηκαν το καθολικό, η
βιβλιοθήκη, ιερά άμφια και εκκλησιαστικά σκεύη. Και μετά όμως από τη
δοκιμασία αυτή άρχισαν οι επισκευές στο μοναστήρι και ιδιαίτερα χάρη
στις προσπάθειες του ικανού ηγουμένου του Μελετίου από τη Λευκάδα. Τ ο
καθολικό του μοναστηριού κτίστηκε στο μέσο της αυλής το έτος 1540, όταν
ήταν ηγούμενος ο Μάξιμος. Ακολουθεί το σχήμα των άλλων καθολικών του
Αγίου 'Ορους με 5 τρούλλους στη μολυβοσκέπαστη στέγη του, από τους
οποίους ο κεντρικός είναι πολύ μεγαλύτερος και υψηλότερος η στέγη στη
λιτή και στον εξωνάρθηκα είναι πολύ χαμηλότερη από αυτή του κυρίως
ναού. Η τοιχογράφηση του καθολικού έγινε σύγχρονα με την ίδρυσή του ή
λίγο αργότερα από αγιογράφους σίγουρα της Κρητικής σχολής. σήμερα
δυστυχώς οι αξιόλογες αυτές τοιχογραφίες έχουν επιζωγραφηθεί στο
μεγαλύτερο μέρος τους .Το 1744 ιστορήθηκε ο υαλόφρακτος εξωνάρθηκας με
έξοδα του ιερομόναχου Ησαια. Το ξυλόγλυπτο μεταβυζαντινό τέμπλο του ναού
κατασκευάστηκε στις αρχές του 19oυ αιώνα με επάλληλες ζώνες και
πλούσιο φυτικό διάκοσμο, καθώς και διάφορες σκαλισμένες επάνω στο ξύλο
παραστάσεις κάτω από τις δεσποτικές εικόνες. Μέσα στο ναό και σε
διάφορα σημεία του υπάρχουν επίσης 150 περίπου φορητές εικόνες, από τις
οποίες μερικές είναι πολύ αξιόλογες Δυτικά και απέναντι από την πρόσοψη
του καθολικού βρίσκεται η τράπεζα του μοναστηριού, που την έκτισε ο
πατριάρχης Αλεξανδρείας Ματθαίος Γ ' , και πλάι σ' αυτήν η φιάλη του
αγιασμού, νεότερη (1813) τέλος σε ανεξάρτητο κτίσμα υψώνεται ο πύργος
του κωδωνοστασίου (1808). Εκτός όμως από τον κεντρικό του ναό το
Κουτλουμούσι διαθέτει και πολλά παρεκκλήσια. Από αυτά το σπουδαιότερο
είναι της Φοβεράς Προστασίας, ενσωματωμένο στο αριστερό μέρος της λιτής
του καθολικού, που κτίστηκε το 1733 από κάποιο Νικηφόρο Μέσα σ' αυτό
φυλάσσεται η ομώνυμη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας με τον Χριστό
-βρέφος -στο αριστερό της χέρι να κοιτάζει προς τα επάνω, όπου
παριστάνονται τα όργανα του Πάθους γύρω γύρω από την κεντρική αυτή
παράσταση εικονίζονται διάφοροι προφήτες. ’λλα παρεκκλήσια μέσα στο
μοναστήρι είναι της Αγίας Ναταλίας στο αρχονταρίκι, τοιχογραφημένο, των
αγίων Αναργύρων, των Αγίων Πάντων, του Αγίου Σπυρίδωνος, του Προδρόμου
και των Αρχαγγέλων, ενώ έξω από αυτό τρία, του Αγίου Τρύφωνα, του
Αγίου Νικολάου και των Αρχαγγέλων. σε όλα αυτά υπάρχουν μόνο φορητές
εικόνες. Στο ίδιο μοναστήρι ανήκουν επίσης 18 κελλιά, από τα οποία του
Τιμίου Προδρόμου στις Καρυές είναι εκείνο που έμενε ο ζωγράφος
Διονύσιος από τη Φουρνά, καθώς και τρία ησυχαστήρια στον οικισμό της
Καψάλας. Στο Κουτλουμούσι υπάγεται τέλος και η ιδιόρρυθμη, ελληνική
σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος, κοντά σ' αυτό, που αποτελείται από 23
καλύβες διασκορπισμένες μέσα στο δάσος οι δύο σήμερα είναι ερειπωμένες.
Η συγκρότησή του οφείλεται σε κάποιον ιερομόναχο Χαράλαμπο το 1785,
που έκτισε και το κυριακό της, επάνω στο παλαιότερο μικρό κελλί του
αγίου Παντελεήμονος (1790). στην αυλή του υψώνεται το κωδωνοστάσιο και
ένα πολύ ψηλό και παμπάλαιο κυπαρίσσι. Η σκήτη διαθέτει και βιβλιοθήκη,
που περιέχει 40 περίπου χειρόγραφα, τα περισσότερα νεότερα χάρτινα,
και 500 έντυπα βιβλία. Στο σκευοφυλάκιο του μοναστηριού φυλάσσονται
πολύ ενδιαφέρουσες φορητές εικόνες, ιερά άμφια, εκκλησιαστικά σκεύη,
σταυροί και πολλά άλλα κειμήλια. Επίσης στο ιερό βήμα του καθολικού καλά
διακοσμημένες λειψανοθήκες περιέχουν 200 περίπου τεμάχια από λείψανα
70 αγίων . Η βιβλιοθήκη στεγάζεται σε ιδιαίτερη ασφαλή αίθουσα δίπλα
στο σκευοφυλάκιο. Περιέχει 662 χειρόγραφα, από τα οποία τα 100 σε
περγαμηνή, πολλά παλαιά έγγραφα και γύρω στις 3.500 έντυπα βιβλία. Από
τα χειρόγραφα μερικά είναι εικονογραφημένα με πλούσια διακόσμηση και
πολύ αξιόλογες μικρογραφίες (αριθμ. 60, 61 , 62, 29, 100, 412 κτλ.). Το
μοναστήρι του Κουτλουμουσίου κατέχει την έκτη θέση στη σειρά των
αθωνικών μοναστηριών και, καθώς σημειώσαμε παραπάνω, ακολουθεί το
κοινοβιακό σύστημα διαβιώσεως από το 1856. Αριθμεί συνολικά 70 περίπου
μοναχούς μέσα και έξω από αυτό.